Ο τσιγγάνος με την κιθάρα

Κοίταξε τις χορδές πάνω στο ξύλινο μελί

Γνώριμη η φωνή τους,

όπως της μάνας που τον γέννησε.

Ανακούρκουδα αγκιστρωμένος επάνω της

με μια πεθυμιά, που σκότωνε, στα μάτια.

Φάνταζε η κιθάρα του

σα βρύση νερό φαρμακωμένο

μετά την πορεία.

Σα πόρνη ακριβή, μεθυστική.

Έμπαινε παραπέτασμα

στο σαρκί του ανάμεσα και τον κόσμο.

Γέλιο σαρκαστικό έσκασε στο απέναντι

κι αυτός ξύπνησε μέσα απ’τη νάρκη του.

Το βλέμμα πλανήθηκε στο στρογγυλό της πλατείας

που γύρω του τύλιγε κουβάρι

της πόλης τη νωθρότητα.

Και στο κατόπι

σαν τη λαλιά λήθαργου ξεχασμένου

στέναξε η κιθάρα.

Posted in προσωπική ποίηση, λογοτεχνία | Σχολιάστε

Το γιγάντιο παραμύθι

Παραμυθια.jpg

Μια φορά κι ένα καιρό πάνω σ’έναν πίνακα ανακοινώσεων του σχολείου του κίτρινου χωριού ζούσε μια κίτρινη πινέζα. Δεν θα μπορούσε να έχει άλλο χρώμα γιατί στο κίτρινο χωριό όλα ήτανε κίτρινα. Τα σπιτάκια, οι δρόμοι, η στολή του ταχυδρόμου, το λάδι της κουζίνας, τα λεμόνια και οι μαργαρίτες. Ακόμα και οι πινέζες. Ο,τι άλλο που είχε διαφορετικό χρώμα δεν μπορούσες να το βρεις στο κίτρινο χωριό. Ούτε ντομάτες, ούτε ποτάμια, ούτε μπαμπάκι, ούτε βατράχια. Αλλά και κάποια άλλα πράγματα, που σε μέρη που ξέρουμε είχαν διαφορετικό χρώμα, στο κίτρινο χωριό ήτανε κίτρινα. Όπως τα πρόβατα που βόσκανε στα λιβάδια ή το κιτρινιστό ψητό κατσαρόλας.

Ήρθε μια μέρα, λοιπόν, που η δασκάλα ζήτησε απο τα παιδιά της τρίτης να κρεμάσουν τις κίτρινες ζωγραφιές τους στον πίνακα ανακοινώσεων για να τις δουν οι γονείς στην απογευματινή τους συγκέντρωση. Τότε συνέβη ένα τρομακτικό γεγονός για την πινέζα μας. Ξέφυγε από λάθος μέσα από τα δάχτυλα της δασκάλας και κατρακύλησε στο μωσαϊκό του διαδρόμου. Πολλά παπούτσια στριμώχνονταν ολόγυρά της και πατούσαν με θόρυβο τόσο κοντά στα αυτιά της, που νόμιζε ότι γινότανε πόλεμος. Άλλα πόδια την κλώτσαγαν πέρα δώθε, άλλα την αναποδογύριζαν, άλλα την στρίμωχναν στις γωνίες και τελειωμό δεν έβλεπε. Κι έτσι όπως στριφογύριζε απελπισμένη εδώ και κει και σερνόταν στα σκονισμένα πατώματα και κατρακυλούσε απο την πάνω στην κάτω σκάλα, στα ξαφνικά ήρθε στα σύγκαλά της! Είχε σφηνώσει τρελά στην αφρουδένια σόλα της μπότας του σχολικού τροχονόμου.

Μα τι βαρύς που ήτανε αυτός ο τροχονόμος! Πόσο ζούλαγε το κεφάλι της κίτρινης πινέζας σε κάθε βήμα! Κι αυτό τριβότανε στα πλακάκια και έβγαζε ήχους κλικ-κλοκ, κλικ-κλοκ, κλικ-κλοκ…… Μέσα στην φασαρία της πόλης ο τροχονόμος δεν χαμπάριασε τίποτα, όταν όμως γύρισε σπίτι, στην ησυχία της γειτονιάς του δίπλα από τον Εθνικό Κήπο τότε αλήθεια το άκουσε και σήκωσε το ποδάρι του να ψαχουλέψει.

Αμάν, μία πινέζα στο παπούτσι μου! Φτηνά την γλύτωσα και δεν μου τρύπησε την κάλτσα!”

Άρπαξε από την κεφαλή την μικρή πινέζα με τόση μανία που ζουλίχτηκαν τα δυο της μάγουλα κι επειδή δεν μπόραγαν να κοκκινίσουν, κιτρίνισαν. Με το πόδι στον αέρα κατάφερε και την ξεκάρφωσε από την σόλα του και για να μη καρφωθεί σε άλλο παπούτσι ξένο, την έμπηξε σ’ ένα μπαλάκι του τένις που βρήκε αφημένο μπροστά του. Στο σπίτι του ο σχολικός τροχονόμος είχε όλα κι όλα τρία μπαλάκια του τένις. Όχι για να παίζει στα γήπεδα, αλλά για να σημαδεύει με αυτά έναν γάτο μαυράτο και πονηρό που πέρναγε κάθε μέρα στις τρεις και τέταρτο το μεσημέρι έξω από το σπιτικό του και του αναποδογύριζε τον σκουπιδοτενεκέ.

Η πινέζα ωστόσο βρέθηκε να χουχουλιάζει τόσο ωραία πάνω στο γουνάτο μπαλάκι του τένις που δεν ήθελε πια να καρφωθεί πουθενά αλλού, αλλά να μείνει για πάντα εκεί δανά και να ζεσταίνεται. Την πήρε ο ύπνος μονοκοπανιάς και θα κοιμότανε ακόμα αν δεν τρανταζόταν στα ξαφνικά ολάκερο το κεφάλι της. Ένιωθε να την χαστουκίζουν σε όλο της το πρόσωπο, ο ουρανός στριφογύριζε γύρω της παρέα με το πάρκο και τους θορύβους της πόλης. Δεν ήξερε που στ\αλήθεια βρισκόταν, μέχρι που κόλλησε η μύτη της μέσα στη λάσπη! Άκουσε ένα βραχνιάρικο “νιαρρρρ” και ξυστά στο πλευρό της πετάχτηκε μια γατίσια γούνα μαυριδερή. Για ακόμα μία φορά ο σχολικός τροχονόμος σημάδεψε τον άσπονδο εχθρό του!

Ήτανε ζόρικο πολύ να ξεκαρφωθεί μια πινέζα από ένα μπαλάκι του τένις. Παρόλα αυτά προσπάθησε, αφού η γιαγιά της πάντα της έλεγε ότι αν θέλει μία πινέζα να νιώθει ότι είναι σημαντική και μετράει μέσα στην κοινωνία, πρέπει να επιχειρεί την προσπάθεια. Νάχει υπομονή και να μην αφήνεται. Ας γελάνε οι άλλοι. Ας κοροιδεύουν αυτοί που δεν το μπορούν.

‘Ετσι κι αυτή κούνησε την κεφάλα της δεξιά κι αριστερά. Και τον ποπό της. Και την μυτούλα της. Κι έκανε το μπαλάκι να κουνηθεί και να κατρακυλήσει στην κατηφόρα του πάρκου μέχρι τον λόφο με το δασάκι.

Που να βρίσκομαι άραγε; ΄Εφτασα μήπως στο πράσινο χωριό; Τίποτα δεν είναι εδώ κίτρινο!” αναρωτήθηκε. Το δασάκι ήτανε δέντρα γεμάτο με πράσινες φυλλωσιές. Και πράσινες κάμπιες. Και χορταράκια το ίδιο.

Σίγουρα εδώ πρέπει να είναι το πράσινο χωριό…..Μα…..τούτο εδώ το λοφάκι γιατί είναι μαυριδερό και βρωμάει;”

Όλοι ξέρουμε πως οι πινέζες δεν έχουνε χέρια. Ο μόνος τρόπος να εξερευνήσουνε κάτι καινούργιο είναι με την μύτη τους την μυτερή! Γι αυτό και η δικιά μας έκανε βουτιά και έμπηξε τη μυτούλα της στο μαυρωπό λοφάκι. Την ώρα που έσπαγε τα μούτρα της στην σκληράδα του άκουσε μια τρανταχτή φωνή από τα ψηλά να φωνάζει.

Άουτς! Άουτς!”

Τι στο καλό, από που έρχεται αυτή η φωνάρα” ψέλλισε στα μουλωχτά και τέντωσε το κεφάλι προς τα επάνω. Είδε τότε μπροστά της ένα μακρύ κιτρινιάρικο παντελόνι να υψώνεται στα μπροστά της και τελειωμό να μην έχει! Η πρώτη της σκέψη ήτανε ότι μπερδεύτηκε το πράσινο με το κίτρινο χωριό. Μετά ανέβασε κι άλλο το βλέμμα πιο πάνω. Συνέχιζε να βλέπει το κιτρινιάρικο παντελόνι. Ακόμα πιο πάνω. Ακόμα το παντελόνι. Κόντευε να φτάσει στα σύννεφα και διέκρινε αμυδρά την άκρη μιας κόκκινης πελώριας μπλούζας.

Δύο τεράστια μάτια όσο χίλιες πινέζες μαζί έσκυψαν προς το μέρος της. Η πινέζα μας είδε να τα σκεπάζουνε φρύδια θυμωμένα και τριχωτά. Μια φωνή δυνατή τράνταξε όλη τη γη τριγύρω:

Είσαι τρελή; Γιατί τσιμπάς τον κόσμο στα καλά καθούμενα; Ε;”

Ευτυχώς που η πινέζα δεν είχε αυτιά, αλλιώς αυτή η δύναμη της φωνής θα την είχε κουφάνει!

Τον κόσμο; Ποιόν κόσμο; Εγώ δεν βλέπω κανέναν κόσμο!” Έκανε το βλέμμα της ένα γύρο χωρίς να κουνήσει κεφάλι καθόλου. “Κι ό,τι τσίμπησα ήταν ετούτο το σκληρό μαυριδερό πράγμα που βρέθηκε μπροστά μου…”

Αυτό το πράγμα , που λες, είναι το παπούτσι μου!”

Αυτή έκανε πιο πίσω από τα μάτια για να δει καλύτερα.

Και ποιος είσαι ελόγου σου; Δεν φαίνεσαι καλά μπροστά μου!”

Δεν σου φαίνομαι σωστά γιατί εγώ είμαι ένας γίγαντας και συ μία μικρή πινέζα!”

Συγγνώμη αν σε πόνεσα, αλλά δεν έχω ματαδεί γίγαντα στην ζωή μου!”

Δύσκολο να μας συναντήσεις. Πιάνεται η μέση μας σαν πρέπει στα σκυφτά να σας μιλάμε. Κι εγώ τώρα πάλι θα τεντωθώ να βγω πάνω απο τα σύννεφα. Μπορείς, σαν θες, να μου μιλάς κι ακούω. Το αυτί μου είναι τεράστιο και πιάνει ήχους χιλιόμετρα μακριά!”

Ο γίγαντας ίσιωσε το κορμί και έχωσε το κεφάλι του στα σύννεφα. Σαν μία στρουθοκάμηλος, ανάποδα! Η πινεζούλα τίναξε το κεφάλι της τσαχπίνικα να πάνε τα μυαλά στη θέση τους και φώναξε άλλη μια στον γίγαντα:

Ολημερίς στα σύννεφα ο νους σου θάχει πάρει…αέρα. Δεν καίγεσαι στον ήλιο; Συνάχι στην ομίχλη δεν σε πιάνει; Δεν σε μπατσίζουνε μύγες, πουλιά κι αεροπλάνα; Κι αν έρθει εκείνη η εποχή που τα παιδιά χαρταετούς πετάνε, εσύ δεν βλέπεις τέτοια ομορφιά στον ουρανό να τρέχει!”

Βάλθηκες πινεζούλα μου να καταμαρτυρίσεις όλα τα μαύρα και στραβά που σκέφτεσαι ότι έχω; Για πες μου το λοιπόν. Είμαι ψηλός και άχαρος. Αλλιώτικος απ΄όλους. Τι άλλο μοιάζει φοβερό και τρομερό να έχω;”

Πρώτη φορά κοκκίνησε η πινέζα απο ντροπή για την τόση της αγένεια και ζήτησε ξανά συγγνώμη. Όταν μας πιάνει η περιέργεια, οι τρόποι οι καλοί ξεχνιούνται, είναι αλήθεια! Μα πάλι δεν κρατήθηκε και θέλησε συνέχεια:

Γίγαντα εκεί ψηλά έχει βορριά και κρύο και υγρασία. Δεν νοιώθεις μόνος κι έρημος; Δεν λείπουνε οι φίλοι; Μονότονες δεν φαίνονται οι μέρες και οι νύχτες; Μπορείς να μάθεις πράματα; Μπορείς να ζωγραφίσεις; Να κόψει το μάτι κίνηση; Τη γη σου ετούτη που πατάς δεν χαίρεσαι να βλέπεις;”

Ο γίγαντας ξανάκανε ένα σκύψιμο προς την πινέζα και φάνηκε η κεφαλή του μέσα απ τα σύννεφα. Της έκλεισε το μάτι πονηρά και κρυφογέλασε.

Τι να σου πω ξεροκέφαλο κουτορνίθι! Νομίζεις ότι ο κόσμος όλος είναι αυτό που σε περιτριγυρίζει; Ή ό,τι πιάνει το μάτι σου; Ή ακόμα αυτό που σε δασκάλεψαν οι άλλοι; Μήπως ο κόσμος που έμαθες να ζεις, που μόνο εκείνον βλέπεις, ο δικός σου ο κόσμος είναι ο κόσμος ολονών; Γελιέσαι σου λέω. Γελιέσαι από την κορφή μέχρι τα νύχια που δεν έχεις! Μπορώ να δω, να νοιώσω, να καταλάβω πράγματα που δεν μπορείς να φανταστείς. Που στα ονείρατα του ύπνου σου απόκοσμα φαντάζουν. Που μόνο αν σου τάδειχνα θα έπιανες τη μύτη σου κι αντί εμένα να τρυπήσεις, σένα την ίδια θα τσίμπαγες να δεις αν είσαι ξύπνια!”

Μπα; Τι μας λες; Μήπως στα σύννεφα πετάς εσύ και η κεφαλή σου; Σαν τι τ’ αλλιώτικο μπορεί κει πάνω να συμβεί; Να τρακάρει ο πελαργός με κανα χελιδόνι; Να βγούνε τ’ αερόστατα να κάνουν καλλιστεία; χα, χα και πάλι χα!”

Η πινεζούλα άρχισε να φέρεται ανάποδα απ’ όπως είχε μάθει. Κορόϊδευε τον γίγαντα γιατί ήτανε αλλιώτικος από τους άλλους φίλους. Την φόβιζε λιγάκι, μα και την γοήτευε συνάμα. Δεν ήξερε το πώς να του φερθεί, όμως θα ήτανε γι αυτήν απογοήτευση μεγάλη να δείξει αδυναμία. Να χάσει την σπουδαιότητά της! Δεν ήθελε οι φίλοι της να πουν πως δεν ξέρει τι της γίνεται! Της άρεσε στ’ αλήθεια να την επαινούν και νάναι η γνώμη των άλλων πάντα καλή γι αυτήν. Δεν το μπορεί ένας γίγαντας, όσο ψηλός κι αν είναι, να της βγαίνει μπροστά και ν’αποκτά σημασία. Και ξαναείπε: “Χα!!!”

Τα <Χα> θε να σε κάνουν να χαζέψεις” συμπλήρωσε ο γίγαντας. “Και, ναι, μου έχει τύχει να βρεθώ σε περιστατικό με τρακάρισμα!” Ξανατεντώθηκε πάνω από τα σύννεφα, γιατί τον έπιασε η μέση του και μουρμούρισε: “έχει πολλή κίνηση το μεσημέρι εδώ πάνω!”.

Πως νάναι άραγε ένα περιστατικό με τρακάρισμα πάνω από τα σύννεφα; αναρωτήθηκε η πινέζα. Κάθονται σε κανα συννεφάκι κι αρχίζουν τον καβγά; Φρακάρουν τα πετούμενα σε μποτιλιάρισμα; Υπάρχει αστυνομία; Βρίσκεται γερανός; Φαίνεται πως είπε τη σκέψη της δυνατά γιατί ακούστηκε να απαντά ο γίγαντας στα ίσια:

Γερανός; Γερανούς να δουν τα μάτια σου εδώ πάνω!” Βέβαια μίλαγε μάλλον για τα πουλιά, αυτά με τον μακρύ λαιμό, τα άσπρα με λίγο μαύρο στα φτερά και τα μακρυά ποδάρια-οδοντογλυφίδες.

Τι βλέπεις τώρα εκεί ψηλά;” φωνάζει η πινέζα.

Σ’αυτόν τον κόσμο εδωνά λιάζονται όλη μέρα! Κάνουν βουτιές στα μπαμπακωτά σύννεφα να δροσιστούν και που και που τα στίβουν για νεράκι! Όταν τα καυσαέρια από την γη βρωμίζουνε το μπλε του ουρανού, αντί να βρίσουνε ή να βάλουν τις φωνάρες, οι Μπροί ποδοπατούν τα σύννεφα να ρίξουνε κεραυνούς. Να μάθουν οι ανθρώποι ότι ενοχλούν και υπάρχει επάνω κόσμος. Έχει ησυχία εδω δα για να σκεφτεί κανείς σοφά. Κι ελευθερία για να τολμήσει ό,τι του λέει η ψυχή. Τα σύννεφα κάνουν για όλες τις δουλειές! Στα κρύα γίνονται κουβερτούλες να σκεπαστείς. Στη ζέστη πιτσιλάνε δροσοσταλιές. Στην κούραση, μαλακές πολυθρόνες. Στο πολύ το φως, σκιερές ομπρελίτσες. Μεταφέρουν μηνύματα προς τη γη με τους κεραυνούς. Φωτίζουν την νύχτα ρίχνοντας αστραπές για όταν ψαχνόμαστε. Είναι πελώριο παραβάν για να κρύβουν τ’αδιάκριτα βλέμματα των απ’έξω! Ξαναγεννιώνται. όταν διαλύονται σε βροχή. Διακριτικά ξεπλένουν τα γύρω τους και μετά χάνονται για να παιξει ο ήλιος. Τα συννεφάκια,που λες,είναι τ’αγαπημένα μου!”

Η πινεζούλα είχε χαζέψει.Δίστασε λίγο και ρώτησε: “Ποιοί είναι οι Μπροί;”

Οι Μπροί είναι οι ψυχούλες του ουρανού”

Πως είναι; μπορώ να τους δω;”

Δεν το νομίζω! Ας είναι. Μπορώ να στους περιγράψω! Κλείσε τα μάτια και φαντάσου πλασματάκια ροζέ, μαλακά και άτριχα, ευλύγιστα σαν λαστιχένια,χωρίς μαλλιά, αλλά με μυαλά! Εννοώ σοφά με μυαλό ξυράφι! Φωλιάζουν πάνω στα σύννεφα και κυκλοφορούν με σκάλες αιώρες! Όταν ο ουρανός καθαρίζει, κρύβονται πίσω απ τ’αστέρια. Είναι εργάτες μα κάνουν συχνά διαλείμματα. Ολημερίς κι ολονυχτίς. Ποτέ δεν κοιμούνται.”

Είναι καλοί; Είναι κακοί;”

Τι πα να πει καλοί; Τι πα να πει κακοί; Ηλίθιες ερωτήσεις! Είναι….είναι…Τέλος πάντων είναι Μπροι!”

Θέλω να τους δω!” πείσμωσε η πινέζα.

Δεν θα τους δεις. Δεν είναι δυνατόν! Μόνο οι γίγαντες τους βλέπουν. Εσύ είσαι μία πινέζα.Πάει και τελείωσε!”

Η κίτρινη πινέζα ήθελε να σκάσει από τα νεύρα της. Δεν φανταζότανε ποτέ, αυτή, που όλοι την σεβόντουσαν και την αναγνωρίζαν, που επεδίωκαν τη συντροφιά της, που ήταν παντού αγαπητή, να μην μπορεί να κάνει πράγματα, που άλλοι απλά τα είχανε μπροστά τους. Σαν τούτο εδώ τον γίγαντα, τον τόσο αλλιώτικο, τον λίγο τρομακτικό. Τον γίγαντα που ζούσε μόνος με την μοναξιά του. Που αυτή τον ειρωνεύτηκε και δυό και τρεις! Κι όμως τώρα κατάλαβε πως τα ελαττώματα μπορούν να είναι προτερήματα σ’ αλλιώτικες περιστάσεις. Ήταν εγωίστρια, ίσως. Ήτανε όμως κι έξυπνη αρκετά. Δεν αφέθηκε. Δεν εγκατέληψε. Και είπε στον γίγαντα:

Έχω μία πρόταση για σένα!”

Α, μπα; Σαν τι;”

Προτείνω να με σηκώσεις στην παλάμη σου, να δω πάνω από τα σύννεφα. Κι εγώ, τόσο κοντή που είμαι, μετά χαράς να σου γυαλίσω τις παππούτσες σου αυτές, τις βρωμισμένες. Να περπατείς με ανεμελιά, να φαίνεσαι σαν κύριος!”

Ειρωνία είναι αυτό;”

‘Οχι, συνεργασία!”

Η πρόταση μοιάζει λογική. Αλήθεια, φέρνουμε τα πράγματα στα μέτρα μας! Κι έτσι μπορούμε πιο πολλά να κάνουμε παρέα! Εγκρίνω! Σφίξε μου το χέρι!”

Δεν έχω χέρι εγώ!”

Συγγνώμη! Θα σούλεγα να τρίψουμε μύτες, αλλά έχω τη μέση μου. Άσε που κυκλοφορούν και ιώσεις!….Ορίστε, ανέβα στην παλάμη μου.”

Ο γίγαντας έσκυψε πολύ.Κι ακόμα πιο κάτω. Άπλωσε την χουφτιά του. Γραπώθηκε η πινέζα με όλη της τη δύναμη και πριν καλά το καταλάβει βρέθηκε στον αέρα. Ουουουούπ! Όσα την γυροφέρνανε μίκραιναν βιαστικά κι ο κόσμος της μεγάλωνε συνάμα! Τα σπίτια γίνανε σπιρτόκουτα. Οι δρόμοι όλοι κορδονάκια. Ξαπλωμένη στο χώμα έβλεπε μπροστά της κάποια μέτρα.Τώρα το μάτι έτρεχε χιλιόμετρα μακρυά! Άρχισε λίγη ψύχρα παραπάνω σαν έφτασε στα σύννεφα, αλλά μετά ξεπρόβαλλε ολόκληρη στον ήλιο!

Σκηνές αλλιώτικες ξεπρόβαλλαν μπροστά της. Πουλιά πετούμενα δεξιά κι αριστερά. Αεροπλάνα και ανεμόπτερα. Αερόστατα,ελικόπτερα. Πιο πέρα αγγελάκια, σαϊτες, σαπουνόφουσκες, μπαλόνια, drones, πεταλούδες και λογιών λογιών εντομάκια. Κάποιοι καπνοί από φουγάρα της γης μπερδεμένοι με καυσαέρια. Ο Αη Βασίλης με τα ταράνδια του και το γυαλιστερό έλκηθρό του. Και πύραυλοι και διαστημόπλοια και δορυφόροι και πεφταστέρια και…και…και…..

Μα καλά τόσο χαζή που ήμουνα και νόμιζα τον γίγαντα να έχει βαρεμάρα!” φώναξε η πινέζα. “ Πόσο πολύ θα ήθελα να έβλεπα κι αυτούς τους Μπροι!”

Οι Μπροι, όπως εξήγησα, τη μέρα τους κρύβονται στη σκιά. Δεν έχουνε μαλί επάνω στο κεφάλι, μα ούτε καπελίνια για να προστατευθούν από την κάψα του ήλιου.” παρατήρησε ο γίγαντας. “Δες τον τον ‘Ηλιο-Βασιλιά ντυμένο στα χρυσάφια!”.

Ήτανε πράγματι λαμπρός και χρυσοστολισμένος. Τα μάγουλά του κόκκινα. Οι αχτίδες του λικνίζονταν γύρω απ την κεφαλή του, σαν να χορεύανε χορούς από βασίλεια ξωτικά.

Λένε πως αν τον ήλιο κοιτάξεις κατάματα, το βλέμμα σου θα χάσεις!” προειδοποίησε ο γίγαντας και η πινέζα γύρισε τα μάτια από την άλλη. Μια ζεστασιά την τύλιξε σαν την αγκαλιά της μανούλας της. Ποιός το περίμενε να δει τόσο σιμά τον ήλιο! Πράγματι ήταν τυχερή, μαζί κι ευλογημένη. Μπορούσε ατελείωτα μερόνυχτα να μείνει εδω πάνω. Να βλέπει, να παρατηρεί, να πλάθει ιστορίες.

Τι βλέπω, γίγαντα, κει δα; σαν κάτι αγνώριστο πετάει!”

Α, είναι οι φαντασίες των παιδιών”

Πετάνε οι φαντασίες των παιδιών; περνάνε τα σύννεφα;”

Και τα σύννεφα περνάνε και τον ήλιο και το φεγγάρι και φτάνουν στο διάστημα κι ακόμη παραπέρα! Άμα ρωτήσεις ένα παιδί γι αυτά που βλέπει, θα πει για μέρη θαυμαστά, για πλάσματα καινούργια που ούτε εσύ, ούτε και γω τα είδαμε ποτέ! Ένα παιδί δεν χρειάζεται να είναι γίγαντας, μήτε και πινεζούλα!”

Αχ, γίγαντα μέσα στα σύννεφα! Σε θέλω φιλαράκι μου! Μπορώ; » Με λαίμαργη λαχτάρα ρώτησε η πινέζα.

» Οι φίλοι φίλοι γίνονται με πράξεις κι όχι λόγια! Δεν σου απέδειξα εδώ δα πως τέτοια σχέση έχουμε κι ακόμα παραπέρα;»

» Ναι.Το σωστό να λέγεται! Θα ήρθε και η σειρά μου τα δυό σου τα πατούμενα να πάω να γυαλίσω!»

Η κίτρινη πινέζα κοίταξε προς τα κάτω της να δει πως θα πηδήξει και σάστισε όταν καθρεφτίστηκε στης θάλασσας το κύμα. Δεν είχε κίτρινη θωριά, αλλά ουράνιου τόξου. Ο κόσμος όπου ξανοίχτηκε είχε πολλά τα χρώματα, πιο πλούσια απ’ του χωριού της. Κι έκανε την πινέζα μας να ξεχαστεί.Να μείνει. Στο κίτρινο χωριό μακρυά ποτέ να μη γυρίσει. Κι αν ήτανε καμμιά φορά κει πέρα να βρεθεί, πολύ της θα το ήθελε να ανοιχτεί στους άλλους και να τους πει τι πέρασε. Τι θησαυροί υπάρχουν. Αρκεί ν’ αφήσουν το μυαλό ελεύθερο να πάει. Να γίνουν όλοι τους παιδιά με πλούσια φαντασία και να την στρέψουνε ψηλά, να πάει να πετάξει!

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ

kataigida.jpg

Κοίταξε κείνο το τοίχο και σκέφτηκε

πως κάποτε ήξερε.

Η ψυχή του τόλεγε μ εκείνη την άγρια λαχτάρα

γι ανάσα, γι απόλαυση,

γιατί έτσι ήθελε!

Ηξερε, ότι αυτό που έβλεπε ήτανε τοίχος.

Ενας τοίχος απλός από τσιμέντο και πέτρα,

όπως ο άλλος, που πήδησε τις προάλλες ο αδερφός του,

όταν δραπέτης τόσκασε από τη φυλακή.

Ηταν και κείνος από τσιμέντο και πέτρα,

γι αυτό πίστευε, ότι μπορούσε να δρασκελίσει κι αυτός.

Κάποτε προσπάθησε να περάσει τον τοίχο.

Δεν ήθελε τίποτα.Δεν είχε ανάγκη από τίποτα.

Δεν έβλεπε τίποτα. Μόνο τον τοίχο.

Τα φτερά είναι μόνο για τα παραμύθια και την απελπισία.

Τόνιωθε. Γι αυτό και δε ζήτησε φτερά.

Τί να τα κ΄νει άλλωστε;

Αυτά ανήκουν στα πουλιά και σ ότι πετούμενο

που σπάει φράγματα και όρια.

Δε γύρισε να πει ένα <γειά> στο παρελθόν

μιάς και σ αυτό θ ανήκει πάντα.

Κι αυτό τόξερε.

Κάποτε ξεκίνησε με μιά προσπάθεια

σα και κείνη του αδερφού του.

Έσπασε τα μούτρα του.

Αυτό δεν τόξερε! Δεν τόχε υπολογίσει!

Η δεύτερη προσπάθεια, σα με πρωτόπειρου παιδιού,

που τώρα μόλις αγκάλιασε ο νους του

το νόμο του δίποδου ανθρώπου.

Αποτυχία! Και πάλι…ακόμα λίγο…κι άλλο…

– Σταμάτα!

Σταμάτησε. Ο χάρτης της μοίρας του

σχηματίστηκε αργά-αργά απ το αίμα στο χέρι του

σα σκούπισε τον ιδρώτ΄ απ το μέτωπο.

Κύλισε το αίμα στις γραμμές της καρδιάς, της ζωής

πάνω στην παλάμη.

Κοίταξε τον περίεργο ματωμένο χορό

στο ροζιασμένο χέρι,

πούμοιαζε με κείνα τα σύννεφα,

σα πιτσιλίζονται τό λιόγερμα

μ’ όλα τα χρώματα του κόκκινου.

Σκέφτηκε πως κάποτε ήξερε,

ότι αυτό που έβλεπε

ήτανε τοίχος από τσιμέντο και πέτρα.

Κάποτε… Γιατί τώρα κατάλαβε πως δεν ήξερε.

Απλά, τον είχαν αναγκάσει να ξέρει.

Το τσιμέντο του τοίχου του ήταν γιομάτο συμφέρον,

άγχος, ατιμία, απάτη.

Εκειόν, του αδερφού του

τον έφτιαξε κάτι απ τη φύση. Ητανε μέρος της.

Τον δικό του, τον είχε φτιάξει

κάτι απ τον άνθρωπο. Ηταν κομμάτι του.

Τον είχαν αναγκάσει να ξέρει.

Αλοίμονο! Πίσω απο του αδερφού του τον τοίχο

η λευτεριά.

Πίσω απ τον δικό του, ο κόσμος.

Γύρισε κι ακούμπησε πάνω του,

ενώ η ιδέα του, να περάσει, κοιμήθηκε,

ναρκώθηκε, αυτοκτόνησε…

Που να τον πάρει ο διάολος!… Δεν ήταν βλάκας!

Posted in προσωπική ποίηση | Σχολιάστε

ΑΧΝΑΡΙΑ

Posted in προσωπική ποίηση, λογοτεχνία | Tagged | Σχολιάστε

Προσφυγικές ροές

προσφυγες

 

Με ποιά ηθική έχω κλειστεί στην κάμαρα κι αγριεύομαι;
Την ηθική των Ανθρώπων; Την ηθική του Θεού; Την ηθική της Λογικής; την ηθική της Μάζας; Την ηθική του Χρήματος; Την ηθική των Θρησκειών; Την ηθική του Δίκιου; Την ηθική της Ζούγκλας; Την ηθική των Ποιητών;
Όποια κι αν είναι, παραφωνίζει. Όταν κρεμιέται στο τηλεοπτικό καλειδοσκόπιο στεριώνει κενά και μιλάει φούμαρα. Μπολιάζει ανημποριά στη δυστυχία των ανθρώπων.
Όταν ο ένας γίνεται πλήθος και σωρός, αλλάζει υπόσταση. Ο ένας μπορεί να πεινά, να βρέχεται, να γελά, να κουράζεται. Ο σωρός είναι ποτάμι, ροή, απειλή και πρόβλημα.

Τι είναι αυτό που κάνει τον έναν πλήθος;
Είναι ένα νούμερο. Η μηχανή αυτής της ηθικής πουλάει τη ζωή σε νούμερα. Και όλες της της εκφάνσεις. Πόσοι μπαίνουν, πόσοι πνίγονται στα κύματα, πόσοι συνωστίζονται, πόσοι είναι πρόσφυγες και πόσοι μετανάστες. Πόσοι περνούν τα σύνορα, πόσους μπορούμε ν΄αντέξουμε, πόσο επιβαρύνουν την δημόσια οικονομία, τι ποσοστώσεις θα μοιραστούν στα κράτη της Ε.Ε., πόσοι μπορούν να εξαιρεθούν, πόσες τροφές, σκηνές, είδη ανάγκης να μοιραστούν. Πόσο κακό θα πάθει ο τουρισμός, πόσο ρευστό θα πάρουμε βοήθειας. Πόσο κινδυνεύει η θρησκεία μας και πόσο το έθνος μας. Πόσο να εκμεταλλευτούμε την κατάσταση. Πόσο χρόνο θα πάρει η ένταξη. Πόσα ασυνόδευτα παιδιά εξαφανίζονται. Πόσοι οι τζιχαντιστές αναμετάξυ τους. Πόσοι οι Σύριοι. Πόσοι οι Αφγανοί. Πόσοι οι Πακιστανοί. Πόσοι οι Ιρακινοί. Πόσο το όφελος των γειτόνων μας και πόση η δική μας ζημία. Πόσο, πόσο, πόσο……

Πώς να γνωρίσω τούτη την ηθική; Πώς να την ταυτοποιήσω; Στο σκοτεινό της νύχτας χάνεται. Εκεί που το φεγγάρι ξεπροστιάζει, ανάμεσα στους ίσκιους παιχνιδίζει. Ανάβω φως στην κάμαρα και δείχνει χλωμή και σάπια. Άματις δουλεύει η τι βι, μπλεδίζει. Κι όταν ο ήλιος βγει σουρτά μέσα απ΄ τα κουρτινόφυλλα, μοιάζουνε όλα άσπρα.

Το ένα φως, το μόνο φως το κομματιάσαμε. Το κοπιάραμε. Το μιμηθήκαμε. Το κλωνοποιήσαμε. Το αντικαταστήσαμε.
Χάσαμε την πηγή του. Και όταν χαθεί αυτή η πηγή βλέπουμε μόνο με αυτό το φως που κάποιος άλλος θέλει να φωτίσει.

Posted in σκέψεις | Tagged , | Σχολιάστε

Η χελώνα που ήθελε να αδυνατίσει

Ήταν κάποτε ένα νησάκι που το ονοματίζαν Ζάκυνθο. Στις χρυσαφένιες του αμμουδιές ερχόταν το καλοκαιράκι για διακοπές η κυρία Κα-ρέττα, Κα-ρέττα, μία χοντρή κοκκινοκαφετιά χελώνα, που όλοι φωνάζαν τ΄όνομά της από δυό φορές επειδή τη περνάγαν για κουφή. Κουφή όμως δεν ήτανε. Απλά, έμοιαζε χοντροκέφαλη!

PSX_20140601_104723_1

Το πρωί σαν ξύπναγε, μισάνοιγε το βλέφαρο κι έριχνε μια ματιά ολογυρίς, μήπως και δει άνθρωπο να πλησιάζει. Αυτό το έκανε μόνο και μόνο , επειδή φοβότανε τους ξένους και τους περίεργους. Σαν όλα φάνταζαν ήρεμα τριγύρω, η αφεντιά της άνοιγε φαρδί πλατί και το δεύτερο μάτι, τράβαγε δυο-τρία χασμουρητά και τεντωνόταν τεμπέλικα στο αμμουδερό της κρεββάτι.

Κι ερχόταν η ώρα της πρωινής γυμναστικής! Κοιλιά μαζεμένη σφιχτά, καβούκι στητό, ποδάρια λυγισμένα και…χοπ!…χοπ!….χοπ!….Τρία πηδηματάκια στον αέρα! Η χελωνίσια κοιλιά σκάει στην άμμο σα ξεφούσκωτη μπάλλα ποδοσφαίρου. Η κυρία Κα-ρέττα, Κα-ρέττα είναι χοντροκέφαλη και βαρειά, καμμιά εκατοστή κιλά και βάλε. Της τόχει πει με περιφρόνηση περίσσια κι ο Μαύρος Κάβουρας, ο μάγκας, που τυχαίνει νάναι και παληός κουμπάρος:

«Πολύ χόντρηνες, κυρά χελώνα, και δε σου πρέπει. Τι θα πει ο κόσμος, έτσι που έγινες; Ούτε στα πάρτυ θα σε καλούν , μα ούτε και στην εκκλησιά θα μπορείς να σταθείς, χωρίς να ντρέπεσαι για τα πάχια σου! Χρειάζεσαι γυμναστική επειγόντως, κουμπάρα…»

 

«Μα τι λες κουμπάρε;» του απάντησε αυτή φουρκισμένη- «Δεν είμαι χοντρή. Πώς το φαντάστηκες, ελόγου σου; Το καβούκι μου μεγάλωσε, όχι η κοιλιά μου. Δε βλέπεις; Είναι επειδή είμαι στην ανάπτυξη. Θα πάρω μπόϊ! Στην οικογένεια όλοι είμαστε ψηλοί…»

«Άσε, κουμπάρα» τη διέκοψε ο κάβουρας «αυτά που μου αραδιάζεις είναι παραμύθια!…Κοίταξε ν’ αγοράσεις κανένα σχοινάκι , να κάνεις εκατόν εβδομήντα πέντε και μισό πήδους την ημέρα, αλλιώς δε σε βλέπω καθόλου καλά! Έχεις πάρει κακό δρόμο..» συμπλήρωσε ο Μαύρος Κάβουρας και βιάστηκε να χωθεί στο νερό, γιατί θυμήθηκε ξαφνικά, πως είχε ξεχάσει τη χύτρα στη φωτιά.

Η Κα-ρέττα Κα-ρέττα έμεινε να συλλογάται: Φαντάσου, λέει, να μάθει να πηδά το σχοινάκι, ν’ αποκτήσει λιγερή κορμοστασιά, να γίνει πρωταθλήτρια, να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Ζωολογικούς Αγώνες και να κερδίσει το Χρυσό Μετάλλιο! Έβλεπε κιόλας τον εαυτό της πάνω στο βάθρο, να την στεφανώνει ένας άγνωστος Δήμαρχος μιας άγνωστης Πόλης, ενώ ένας άγνωστος Εθνικός Ύμνος αντηχεί πέρα ως πέρα μακρυά και όλος ο κόσμος χειροκροτεί μ΄ενθουσιασμό. «Ζήτω η Κα-ρέττα Κα-ρέττα, ζήτω η Κα-ρέττα Κα-ρέττα!…»

«Πρέπει οπωσδήποτε ν’αγοράσω ένα σχοινάκι» αποφάσισε μονομιάς και τράβηξε για την Πόλη με τα Κεραμίδια, την ώρα που οι περισότεροι άνθρωποι κοιμόντουσαν και είχαν τα φώτα σβυστά, μιας και η κυρά χελώνα χωρίς φώτα δε μπερδευόταν να χάσει το δρόμο της.

 

PSX_20140601_184238

Το μαγαζί που έψαχνε βρισκόταν μέσα σε ένα στενάκι με κρεμασμένες μπουγάδες στον ουρανό και βαθουλές λακκούβες σε κάθε περπατησιά. Είχε μία στενή τζαμένια βιτρίνα, όπου σαν κόλλαγες τη μύτη σου επάνω της, έβλεπες βαθειά μέσα στο σκοτεινιασμένο δωμάτιο χιλιάδες χιλιάδων τζαρτζαλοθησαυρούς στιβαγμένους άτσαλα και βιαστικά πάνω σε ράφια, κάτω στα πατώματα, μπροστά από πόρτες και πίσω από κούτες. Ήταν στ’ αλήθεια ένα μαγαζί για όλες τις δουλειές, όμως γινόταν στη στιγμή κάτι πιο εξειδικευμένο σαν ο πελάτης πάταγε στο κατώφλι του.

« Καλωσήρθατε! Τι επιθυμείτε κυρία μου;» ρωτά ευγενικά ο καταστηματάρχης, ενώ από μέσα του αναρωτιόταν τι στο καλό γυρεύει μία χελώνα σε μαγαζί αθλητικών ειδών. Κράτησε όμως με δυσκολία τη περιέργειά του και συνέχισε περισσότερο ευγενικά: «Θα ήθελα, με την ευκαιρία, να σας συγχαρώ που σε προηγούμενο παραμύθι νικήσατε στον αγώνα δρόμου τον Κυρ Λαγό . Είσασταν στ’ αλήθεια κα-τα-πλη-κτι-κή!»

«Ακούστε, κύριε,» απάντησε απότομα η Κα-ρέττα Κα-ρέττα σμίγοντας τα φρύδια της «δεν ήμουνα εγώ στο παραμύθι που λέτε, αλλά η ξαδέλφη, η Χελώνα της Ξηράς! Εγώ, κύριε, είμαι θαλασινή χελώνα και δεν έχω καιρό για χάσιμο, ούτε για πολλές κουβέντες! Αυτό που ψάχνω είναι ένα σχοινάκι. Ένα σχοινάκι για να γυμνάζομαι!»

Ο μαγαζάτορας μαζεύτηκε και σκεπτικός χτένισε μηχανικά με τα δάχτυλά του το γενάκι που φύτρωνε στο σαγόνι του.

« Ένα σχοινάκι! Όμως τι είδους σχοινάκι; Το μαγαζί μας διαθέτει 127 διαφορετικούς τύπους. Το προτιμάτε χοντρό ή ψιλό; Πλεκτό ή μηχανής; Από μπαμπάκι, μαλί ή ψάθα; Έχουμε και σχοινιά από τρίχες αλεπούς, δόντια καμήλας ή κοκκαλάκια νυχτερίδας –πούναι και τυχερά! Έχουμε ακόμα…»

«Αφήστε, αφήστε… Το δικό μου σχοινάκι θέλω να είναι τελείως διαφορετικό. Θέλω να είναι μοναδικό και να μιλάνε όλοι γι αυτό! Τι θα λέγατε να είναι φτιαγμένο…..Για να σκεφτώ….Α! Τι θα λέγατε να είναι φτιαγμένο από αστέρια, αστέρια χρυσά και ασημένια και να τελειώνει σε γούνινες λαβές;» φώναξε θριαμβευτικά η χελώνα,

«Γούνινες λαβές; Πώς το σκέφτηκε αυτό τώρα” αναρωτήθηκε ο Καταστηματάρχης και συνέχισε:

«Θάλεγα ότι είσαστε…εξωπραγματική, κυρία μου! Αυτό θάλεγα! Δεν υπάρχει τέτοιο σχοινάκι!» Πήρε μάλιστα ένα υφάκι γλυκερό και συνέχισε πιο συνωμοτικά: «Ωστόσο, επειδή σας συμπάθησα, θα μπορούσα ίσως να σας δανείσω τη σκάλα που χρησιμοποιώ, όταν θέλω να διορθώσω την κεραία της τηλεόρασης στη πολυκατοικία μου…»

«Λολάθηκες, χριστιανέ μου;» τσίριξε η άλλη «Προσωπικά δε γουστάρω να διορθώσω ούτε κεραία τηλεόρασης, ούτε κεραία σαλιγκαριού! Ένα σχοινάκι γυμναστικής ζήτησα!» Η Κα-ρέττα Κα-ρέττα έδωσε μιά απότομη στροφή γύρω από τον εαυτό της, πέταξε ένα πικρόχολο «χαίρεται» μέσα απ’ τα δόντια της και ξεκίνησε νευριασμένη προς την εξώπορτα, μιας και δεν θα καταδεχόταν ποτέ της ν’ ανοίξει κουβέντα με άνθρωπο και μάλιστα τρελό που γυαλίζει το μάτι του.

Ο καταστηματάρχης έκανε μπροστά δυό βήματα και σφύριξε με συρτή φωνή:

« Σταθείτε, κυρία μου, σταθείτε! Δεν καταλάβατε…Θέλω να πω, ότι η σκάλα που πρότεινα να σας δανείσω, εφόσον βέβαια συμφωνήσετε, δεν είναι μια οποιαδήποτε σκάλα! Την έχει φτιάξει ο θείος μου, ο Ελανασεμαγέψω, που κάθε πρωί πίνει στη καθισιά του εφτά ποτήρια γάλα εβαπορέ με εφτά σταγόνες λάδι μουρούνας. Συνταγή μαγική! Έτσι , ό,τι κι αν πιάσει με τα χεράκια του γίνεται κι αυτό μαγικό! Η σκάλα που σου λέω, μπορεί να βοηθήσει ελόγου σου να φτιάξεις το σχοινάκι που θέλεις. Γιατί αυτό που ζητάς δεν πουλιέται πουθενά έτοιμο.»

 

«Μμμμμ! Πολύ μπερδεμένα μου τα λες, κύριος! Επιτέλους πες μου τι εννοείς, ακριβώς;» Η χελώνα έξυσε νευρικά την αριστερή της πατούσα, ενώ άκουγε προσεκτικά τον συνομιλητή της. Έμαθε, έτσι, ένα σημαντικό μυστικό: Μπορούσε, λέει, να τεντώσει τη μαγική σκάλα τόσο πολύ, ώστε να φτάσει στον ουρανό και ν’ αγγίξει τ’αστέρια! Αν είχε μάλιστα μαζί της το καροτσάκι της λαϊκής, θα μπορούσε να μαζέψει χιλιάδες αστέρια για το σχοινάκι της σε δυό γύρες μονάχα.

Η ιδέα ήταν θαυμάσια και η ευκαιρία μοναδική. Η Κα-ρέττα Κα-ρέττα βιάστηκε να ρίξει τη μαγική σκάλα στην τσάντα της, ευχαρίστησε τον Καταστηματάρχη και τράβηξε για την ακροθαλασσιά.

Κοίταξε γύρω της με υποψία μπας και φανεί κάποιος αδιάκριτος επισκέπτης, όμως το μόνο που έβλεπε, όσο πάει το μάτι , ήταν το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας και το μόνο που άκουγε ήταν τα παράφωνα κρωξίματα από τα ψαροπούλια, που φτερούγιζαν πάνω από το χελωνίσιο κεφάλι της. Σουρούπωνε και της φάνηκε πως η ώρα ήταν κατάλληλη για να προσπαθήσει να μαζέψει αστέρια. Στήριξε με λαχτάρα τη σκάλα ανάμεσα σε δυό γκριζοπράσινα ταλαιπωρημένα βράχια και την τέντωσε, την τέντωσε, την τέντωσε… Η σκάλα τρύπησε τα σύννεφα και έφτασε στο τέρμα τ΄ουρανού!

Η χελώνα βάλθηκε να σκαρφαλώνει στα πατήματα, αφού κρέμασε με προσοχή από το καβούκι της το καροτσάκι της λαϊκής. Δε πρόλαβε να πάρει τρίτη ανάσα και νάσου την , πλαφ, πέφτει φαρδιά-πλατιά στην υγρή άμμο! Ήταν, αλήθεια, τόσο βαρειά και δυσκίνητη! Σα νάχε δίκιο ο κουμπάρος για την ανημποριά και το πάχος της! ΄Αθελά της μια σταγόνα δάκρυ κύλησε πάνω στο σκληρό της μάγουλο κι έπεσε πάνω σ’ ένα περαστικό μυρμίγκι που παραλίγο να πνιγεί.

Το γυαλιστερό δελφίνι του γιαλού έβγαλε το κεφάλι του μέσα από τη νερουλένια κουκούλα της θάλασσας και τραγούδησε σιγανά:

Η χελώνα είναι αλήθεια

Χρειάζεται πολύ βοήθεια

Ποιός μπορεί ψηλά ν’ανέβει

Και μ’αστέρια να κατέβει;

IMAG2163_1

 

«Εγώ, εγώ!» φώναξε ο Περονόσπορος κι άρπαξε το καροτσάκι της λαϊκής. Πιάστηκε από την πελώρια σκάλα και άρχισε ν’ ανεβαίνει. Σαν έφτασε στο εξηκοστό πέμπτο σκαλοπάτι έριξε μιά ματιά κάτω από τα πόδια του. Η χρυσαφένια αμμουδιά φάνταζε μικρούλα, τόση δα και η χελώνα έμοιαζε με ξεχασμένο βοτσαλάκι. Η γη φαινόταν να σαλεύει, τα αλμυρίκια της ακτής τρεμόπαιζαν πάνω στις ρίζες τους και μονομιάς όλα έδειχναν να στριφογυρίζουν τρελά και ασυγκράτητα. Ο Περονόσπορος άρχισε να ζαλίζεται στ’ αλήθεια.

«Καλύτερα να κατέβω» σκέφθηκε τρομοκρατημένος, ενώ ένοιωθε τα δάχτυλά του να μουσκεύουν στον ιδρώτα. Πισογύρισε διστακτικά και ξεκίνησε να κατεβαίνει μέχρι που με κόπο πολύ έφτασε στο έδαφος.

«Λυπάμαι, κυρά χελώνα, μούρθε μεγάλη ζάλη. Μιαν άλλη φορά να βοηθήσω…»

«Και τότε ποιός θα μου φέρει αστέρια;» ρώτησε απελπισμένα εκείνη. «Ρίχτε μια ματιά τριγύρω!»

Εσύ; Εσύ θέλεις να προσπαθήσεις; Κλείσε τα μάτια. Ξεκίνα να δούμε λοιπόν…Πιάσε τη σκάλα. Το πόδι στο πρώτο σκαλί, να το νιώθεις καλά στην πατούσα… Βάλε δύναμη στα χέρια και τράβα. Προχωράς σταθερά κι ανεβαίνεις. Η ματιά σου να κοιτάει προς το τέρμα. Δεξί πόδι, αριστερό πόδι…με ρυθμό. Ανεβαίνεις κι άλλο, ακόμα πιο πάνω, πιο πάνω…Να το εξηκοστό πέμπτο σκαλοπάτι! Μη κοιτάς κάτω! Συνεχίζεις. Ο ήλιος γέρνει στη δύση του. Θέλεις να ξύσεις την πατούσα σου; Ώρα που βρήκες!  Περνά η νύχτα. Ξημερώνει η επόμενη μέρα. Μπράβο σε σένα, να προχωράς όλο και πιο πάνω, πιο πάνω και πιο ψηλά! Στα χέρια σου νοιώθεις περίεργα τσιμπήματα, τα πόδια σου σιγά σιγά χάνουν τη ζωηράδα τους και σκληραίνουν σαν ξύλα από την κούραση μιας ολάκερης μέρας. Ιδρώνουν τα δάχτυλα και γλυστρούν πάνω στη σκάλα. Ταλαντεύεσαι. Αντέχεις; Νομίζεις ότι θα τα καταφέρεις; Αμφιβάλλεις; Ναι; Όχι;  Άντε λοιπόν, τι κάθεσαι; Γύρνα γρήγορα πίσω, πριν σε πιάσει το σκοτάδι!

Τι είπες; Θα προσπαθήσει και ο αδελφός σου;

«Για να δούμε τι θα καταφέρει ελόγου του» ψιλομουρμούρισε η απογοητευμένη χελώνα.

Αυτός ήταν πιο γρήγορος και η δρασκελιά του έπιανε δυο δυο τα σκαλοπάτια. Για πότε έφτασε το εξηκοστό πέμπτο σκαλοπάτι! Για πότε μπήκε μέσα στα σύννεφα χωρίς να το καταλάβει! Ηταν σαν νάχε γεμίσει ο τόπος αφρό ξυρίσματος! Όπου κι αν γύριζε το κεφάλι του ο Γιώργος έβλεπε ασπρίλα, θολούρα, γαλατίλα!…. Έτριψε τα μάτια του, μήπως και είχαν γεμίσει σκόνη και ξανακοίταξε. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Δεν μπορούσε να δει καλά –καλά ούτε την ίδια του τη μύτη! Πού ήταν το επόμενο σκαλοπάτι; Η σκάλα χανόταν μέσα στην υγρή συννεφένια φωληά. Δεν ήταν φρόνιμο να προχωρήσει κανείς έτσι, στα τυφλά. «Δεν είμαι ‘γω για τέτοια» σκέφτηκε και ξαναγύρισε πίσω με άδεια χέρια.

Αν και τόσοι προσπαθήσαν

Γνώμη αλλάξαν και γυρίσαν.

Νιώθω στην καρδιά αγκάθι

Πούναι άδειο το καλάθι.

Τ’αστεράκια δεν τα φτάνουν

Όσοι στα ψηλά τα χάνουν.

Θέλει τόλμη και κουράγιο

Και μια προσευχή στον Άγιο

Ακούστηκε να σιγοτραγουδά και πάλι το δελφινάκι του γιαλού.

«Αφήστε, θα πάω εγώ!» είπε μια βραχνιασμένη φωνή. Οι περίεργοι που είχαν μαζευτεί στην ακροθαλασσιά για να δουν τι πρόκειται να συμβεί, κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους. Ποιός μίλησε;

«Δεν έχει σημασία! Δεν έχει καμμία απολύτως σημασία!» είπε με έμφαση η Κα-ρέττα Κα-ρέττα. «Ο καιρός περνά και ‘γω δεν μπορώ να περιμένω! Αφήστε να πάει να τελειώνουμε!»

Κανείς δε τόλμησε ν’ αντιμιλήσει και η βραχνή φωνή ξεχύθηκε στη σκάλα. Προσπέρασε γρήγορα το εξηκοστό πέμπτο σκαλοπάτι και χάθηκε μέσα στα σύννεφα. Βρήκε, όμως, εύκολα το δρόμο της, γιατί οι φωνές δεν χάνονται στην ομίλη. Πέρασε πάνω από τα σύννεφα και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον ζεστό και φωτεινό Ήλιο. Την ίδια στιγμή χτύπησε το κεφάλι της με δύναμη πολλή πάνω σε κάτι σκληρό. Μέσα στη ζάλη της πρόλαβε να διαβάσει μια πελώρια ταμπέλα που έγραφε: «Εδώ σταματείστε. Φτάσατε στον Ουρανό.»

 

Εικόνα

«Μωρέ στον Ουρανό έφτασα, αστέρια, όμως, δε βλέπω εδώ γύρω!» είπε φωναχτά η βραχνιασμένη φωνή. «Μπας και πρόλαβε κανείς άλλος;»

Μια λοξή της ματιά έπιασε την περιφρονητική γκριμάτσα του Ήλιου.

«Είπες τίποτα, κύριος;…» τον ρώτησε απειλητικά.

«Ό,τι και να πω, πολύ σου πέφτει!» αντιγύρισε ο Ήλιος «Πού ακούστηκε να ψάχνεις γι’ αστέρια μέρα μεσημέρι; Δεν το ξέρουν στο χωριό σου ότι η αστεριά κάνει παρέα στο Φεγγάρι;»

Η Φωνή ανησύχησε. Τι εννοούσε αυτός ο ανόητος; Ότι, δηλαδή, ήταν υποχρεωμένη να περιμένει εκεί, στην άκρη του Ουρανού να σκοτεινιάσει για να βγουν τ’αστέρια; Βραχνή ήταν, όχι παλαβή! Είχε και δουλειές άλλωστε…Δεν θα καθόταν για πολύ. Το πήρε απόφαση! Δυο τρεις ωρίτσες ήταν αρκετές! Μέχρι να ξεκουμπιστεί αυτός ο αντιπαθέστατος Ήλιος πάνω απ’ το κεφάλι της! Τον έβρισκε υπερόπτη, εγωϊστή, αλλά προ πάντων αγενή. Μια πολυθρόνα δε προθυμοποιήθηκε να της προσφέρει, όσο αυτή ταλαίπωρη περίμενε να σουρουπώσει!

«Γκουχ, γκουχ, γκουχ» έβηξε η βραχνιασμένη φωνή

«Με τις υγείες σου!» την ειρωνεύτηκε ο Ήλιος. Η άλλη έκανε ότι δεν άκουσε.

«Γκουχ, γκουχ…!Μήπως σας βρίσκεται καμμιά καρεκλίτσα εδώ γύρω; Ξεροστάλιασα να περιμένω όρθια!»

Ο Ήλιος κλώτσησε αδιάφορα προς τη μεριά της ένα χνουδωτό συννεφάκι, δίχως να πει κουβέντα και η Φωνή ξαπλώθηκε πάνω του φαρδιά-πλατιά.

Η ώρα πέρναγε, ήρθε άλλη και μετά κι άλλη.

«Άντε, λοιπόν , κύριος , πότε με το καλό θα πάτε για ύπνο;» θυμήθηκε να πει η Φωνή, σαν της φάνηκε πως πέρασε ένας αιώνας.

«Μπα, κυρία μου. Ωραία μέρα μου φαίνεται η σημερινή. Λέω να μείνω παραπάνω σήμερα!» είπε ο Ήλιος και κρυφογέλασαν τα στρογγυλά του μάγουλα.

«Α! Μα δεν είμαστε καλά! Πόσο, νομίζεις, ότι μπορώ να περιμένω ακόμα; Είπαμε να βοηθήσω τη χελώνα, αλλά όχι κι έτσι! Τα μαζεύω και φεύγω αυτή τη στιγμή! Φοβάμαι μην άρπαξα κανένα κρύωμα τόσες ώρες καθισμένη πάνω στο υγρό σύννεφο. Λίγο ακόμα να βραχνιάσω, δεν θ’ ακούγομαι καθόλου! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταστροφή για μια φωνή από το να μη μπορεί ν’ ακουστεί!»

Τόσα λόγια είπε μονομιάς, χωρίς να πάρει ανάσα η Φωνή και ξανακατέβηκε κατρακυλώντας τη σκάλα. Ούτε που γύρισε να κοιτάξει την κακομοίρα τη Κα-ρέττα, Κα-ρέττα, που τη φορά αυτή βυθίστηκε σε μαύρη απελπισία.

Η ιστορία αυτή είχε καταλήξει να μοιάζει με άσχημο όνειρο. Οχτώ μέρες κι οχτώ νύχτες πέρασαν, χωρίς ποτέ κανείς ν’ αγγίξει ένα αστεράκι. Όποτε η χελώνα σήκωνε το κεφάλι της ψηλά, νόμιζε πως έβλεπε τ’ άστρα της νύχτας να της χαμογελάνε κοροϊδευτικά και να της βγάζουν τη γλώσσα. Όχι, δε θα μπορούσε πια να ησυχάσει, αν δεν έβλεπε γεμάτο το καροτσάκι της μ’ αστέρια αληθινά!

 

Το άλλο πρωί οι φίλοι της της έστρωσαν ένα λαχταριστό πρωϊνό με γάλα, κορνφλέϊκς, ψωμί, βούτυρο, μέλι, κρουασάν, χυμό πορτοκάλι και μπισκότα. Ενα αληθινό πρωινό σαν εκείνο των ανθρώπων. Η Κα-ρέττα Κα-ρέττα δεν άγγιξε τίποτα από τη μεγάλη της λύπη.

Ξαφνικά μια σκιά έπεσε πάνω στο τραπέζι της. Ένα μακρύ χνουδωτό χέρι σήκωσε βιαστικά από τα πιάτα ένα κρουασάν και τόφερε στα λαίμαργα ασπριδερά δόντια ενός λαγού.

Ο λαγός αυτός που λέμε, δε συμπαθούσε καθόλου τις χελώνες. Από τότε μάλιστα που μια τέτοια τον νίκησε σε αγώνα δρόμου και τον έκανε ρεζίλι, δεν ήθελε ούτε να τις βλέπει.

Πείναγε, όμως, ο καψερός! Είχε να φάει μέρες και πρώτη του φορά είδε στρωμένο τόσο πλούσιο τραπέζι πρωϊνού. Αυτός ήτανε πάντα βιαστικός τόσο, που δεν προλάβαινε να καταπιεί πάνω από δύο μπουκιές φαγί στη καθισιά του. Κάνει ν’ απλώσει πάλι το χέρι του για μια φρεσκοστρωμμένη με βούτυρο φέτα ψωμιού και τότε μόνο πρόσεξε τη στενοχώρια της χελώνας, που με σκυμμένο το κεφάλι σκεφτόταν τη δυστυχία της.

Τρώει λαθραία ο λαγός το πρωινό της χελώνας, τον τρώει και η περιέργεια.. Θάσκαγε να μη μάθει τι συμβαίνει. Όμως είχε ορκιστεί να πέσει το σπίτι του να τον πλακώσει, έτσι και μίλαγε ποτέ του ξανά σε χελώνα.

«Τι τρέχει εδώ πέρα;» σιγοσφυρίζει ο λαγός στο αυτί σου. “Μπορείς ελόγου σου να με πληροφορήσεις; Δεν έχω τηλεόραση και την εφημερίδα μου σήμερα την μάδησε ο παπαγάλος της διπλανής, όταν μου τον άφησε λιγουλάκι για να πάει να ψωνίσει στην υπεραγορά! (“υπεραγορά” έλεγε ο λαγός το σούπερ μάρκετ για να φαίνεται ότι ήταν σπουδαγμένος).

Θα του πεις, λοιπόν την ιστορία με το νι και με το σίγμα; Στο μεταξύ αυτός βρίσκει την ευκαιρία να καταβροχθίσει όλο σχεδόν το ξένο πρόγευμα ……………………………………………………………………………………

«Πείτε μου κι άλλα, πείτε μου κι άλλα…» λέγει μουρμουριστά με στόμα μπουκωμένο, ενώ την ίδια στιγμή γλύφει το φλυτζάνι με τις τελευταίες σταγόνες γάλα που είχαν απομείνει.

«Τι άλλο να πούμε;» του λέει ο Περονόσπορος. «Δεν υπάρχει άλλος κανείς που νάχει το θάρρος και το κουράγιο να μαζέψει τ΄αστέρια από τον ουρανό…»

«Θάρρος»…., «κουράγιο»….Τέτοιες λέξεις προκαλούν τον κυρ Λαγό! Λες νάτανε η ευκαιρία του, να ξεπλύνει το ρεζιλίκι πούχε πάθει στο παλιό παραμύθι; Πήρε γρήγορα μιαν ανάσα και μαζί και την απόφαση!

« Πες σ’αυτήν την….πώς τη λένε, ότι αναλαμβάνω εγώ!» είπε καταπίνοντας βιαστικά και στράφηκε δρασκελώντας προς τη σκάλα.

Το δελφίνι παραφύλαγε να συνεχίσει το τραγούδι του:

 

Δίχως ούτε ένα «γειά»

Ο λαγός θα το τολμήσει

Ν’ αποδείξει στη χελώνα

Με τη κίτρινη κοιλιά

Ότι αυτός έχει τη λύση!

Σαν αστραπή σκαρφάλωσε τα πατήματα. Οι περίεργοι ούτε που πρόλαβαν να ανταλλάξουν κουτσομπολιά. Με πέντε πήδους έφτασε το εξηκοστό πέμπτο σκαλοπάτι. Με άλλους τριάντα δύο έπιασε τα σύννεφα, πέρασε ανάμεσα και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ήλιο. Αυτός ενοχλήθηκε. Σαν πολύς κόσμος έφτασε εδώ τελευταία! Μήπως ανοίξαν κανα καινούργιο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας προς τον Ουρανό;

IMAG2168_1

Σηκώθηκε ο Ήλιος από τη πολυθρόνα του τη στολισμένη με χίλιες ηλιακτίδες κι έσκυψε προς τη γη να δει τι τρέχει. Αυτό, όμως που έτρεξε ήταν ο κυρ Λαγός , που πρόλαβε να θρονιαστεί στη θέση του Ήλιου!

«Καιρός να πηγαίνεις, όπου νάναι θα βγει το Φεγγάρι» κορόϊδεψε ο Λαγός. Ο Ήλιος κοίταξε πάνω από τη πλάτη του. «Ορίστε; Δεν κατάλαβα; Τι γίνεται εδώ; Με ποιο δικαίωμα μου πήρατε τη πολυθρόνα μου, κύριε;» ρώτησε τον Λαγό ενοχλημένος.

 «Αν δεν πας να κοιμηθείς, σαν καλό παιδάκι που είσαι» του απαντά ο κυρ Λαγός μ’ ένα χαμόγελο μακρύ, όσο ένα μακαρόνι, «θα κάνω τις ηλιακτίδες σου κουβάρι κλωστή, να ράβω τα κουμπιά στα πουκάμισά μου!».

Τ’ άκουσε ο Ήλιος κι έφριξε. Οι όμορφες ηλιακτίδες του πάνω στα πουκάμισα ενός παληολαγού! Σκέτος εφιάλτης! Φόρεσε βιαστικά τις πορτοκαλί του παντόφλες και μουρμουρίζοντας κακόλογα τράβηξε να κοιμηθεί πίσω από το Μυτερό Βουνό (*) κι ας μην ήταν η ώρα του ακόμα.

 

 

Μόλις η νύχτα ξεθάρρεψε, τ’αστέρια ξεχύθηκαν στον ουρανό και στήσανε χορό. Ο λαγός κοίταζε μαγεμένος. Γέμισε ο τόπος κουτάκια με ασημί μπογιά κι αόρατα πινέλα. Το Φεγγάρι έχυσε φως απ’ το ποτήρι του πάνω στα κύματα. Τ’ αστέρια αφήσαν αστραφτερό κομφετί να πέσει στις πλαγιές των βουνών, στις φυλλωσιές των δέντρων, στις στέγες των σπιτιών. Ένα αστεράκι μικρό και σκανδαλιάρικο έβαλε λίγη μπογιά των άστρων στα σκαλοπάτια, μπροστά στο σπίτι του λαγού και κρυφογέλασε. Τότε εκείνος ξέφυγε από το χάζι του και αργά θυμήθηκε πως είχε δουλειά πολλή.

 

stars-and-moon-drawing-with-chalk-seisiri-silapasuwanchai

«Πρέπει να προλάβω» μουρμούρισε. Ξεδίπλωσε το καροτσάκι της λαϊκής κι αρχίνισε να μαζεύει αστέρια. Μάζευε, μάζευε και δεν τελείωνε. Κόντεψε να ξημερωθεί. Όταν σταμάτησε, είδε πως είχανε μείνει δυό αστεράκια μοναχά. Πήρε κι αυτά και τα κρέμασε δεξιά κι αριστερά στο κάθε του αυτί σαν διαμαντένια σκουλαρίκια, να τα κάνει δώρο στην κυρά του. Μετά σήκωσε βιαστικά τη σοδειά του και τράβηξε το δρόμο του γυρισμού.

Μπήκε μέσα στα σύννεφα κι έχασε τη ματιά του. Σαν μεθυσμένος, ψαχουλευτά κατέβηκε τη σκάλα χαμένος στην ομίχλη. Σε κάποιο σκαλοπάτι μπέρδεψε τα πόδια και παραλίγο να πέσει να τσακιστεί. Μόλις που πρόλαβαν τα χέρια του να αρπαχτούν από τη μύτη κάποιου περαστικού πελαργού. Αυτός κόντεψε να πνιγεί από το ξάφνιασμα.

«Με συγχωρείτε” του λέει με ένα γλυκερό χαμόγελο ο λαγός. “Πήρα λάθος δρομολόγιο. Θα μπορούσατε μήπως να μ’ επιστρέψετε, γιατί θα βρω μεγάλο μπελά;”

Ο πελαργός μέχρι τότε είχε δει φωτογραφίες του να κουβαλά σκουληκάκια στα παιδιά ή μωρά στις μαμάδες, όμως δε θυμόταν ποτέ να κουβαλάει λαγό! Σκέφτηκε λοιπόν ότι πραγματικά κάτι λάθος θα έγινε και επιστρέφει τον λαγό να πιαστεί ξανά από τη σκάλα. Με τις μανούβρες αυτός έχασε το αστέρι που κρεμόταν από το δεξί του αυτί. Τί να γίνει; Μπορούσε να κάνει και τίποτα πέρα από το να κατεβαίνει…. να κατεβαίνει…; ΄Ετσι κι έκανε. Καταϊδρωμένος πάτησε το εξηκοστό πέμπτο σκαλοπάτι.

Πόσο μικροσκοπικά φαίνονταν όλα στη γη από ΄κει πάνω! Να η χελώνα που έκοβε βόλτες νευρικά πάνω κάτω στην αμμουδιά. Να το δασάκι που σύχναζε η αφεντιά του να κολατσίσει. Τι μικρό φαινόταν από ψηλά! «Α! Βλέπω το σπίτι μου. Το σπιτάκι μου!» φώναξε. Έμοιαζε με μακρινή ζωγραφιά, σαν αυτές που βλέπουμε στα παραμύθια. «Τι μου γκρινιάζει η γυναίκα μου να το βάψουμε; Εμένα μια χαρά μου φαίνεται. Βαστάει καλά ακόμα. Άστη να φωνάζει!» κατέληξε αποφασιστικά ο Λαγός και ξεκίνησε το κατέβασμά του γι άλλη μια φορά. Τότε μόνο κατάλαβε ότι σκύβοντας να δει κάτω του είχε πέσει το αστέρι που κρεμόταν στο άλλο του αυτί.

‘Αμα ανοίξεις στη σελίδα 13 θα το βρεις!

«Φτουου! Όλα στραβά μου πάνε» συλλογίστηκε. «Άντε βιάσου Λαγέ, γιατί σαν πολύ καιρό έχασες για το τίποτα!»

Κάτω, στη βάση της σκάλας κόσμος πολύς είχε μαζευτεί. Πρώτη και καλύτερη βέβαια η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα. Η αγωνία της έτρωγε τα σωθικά.

«Τι έγινε κυρ Λαγέ; Κόπιασε και πες μου χωρίς χασομέρι. Μάζεψες τ’αστέρια μου;»

Ο Λαγός τη κοίταξε στραβά και χαμογέλασε.

«Σαν πολύ να βιάζεσαι, κοροϊδίτσα. Πριν σου δώσω το ο,τιδήποτε, πρέπει να με πληρώσεις για τον κόπο που έκανα!»

«΄Ο,τι θέλεις…ό,τι θέλεις…Αρκεί νάχω τ’ αστέρια μου!» αντιγύρισε η χελώνα.

« Εγώ δεν είμαι πλεονέκτης, κυρά μου! Γι αυτό, το μόνο που σου ζητώ είναι να δηλώσεις εδώ και τώρα, μπροστά στον κόσμο που μας βλέπει, ότι όλοι οι λαγοί είναι γενναίοι, έξυπνοι και θαρραλέοι κι ότι κάνουν πράγματα που οι χελώνες ούτε στον ύπνο τους δεν τα μπορούν!»

«Βαρειά δήλωση ζητάς, κυρ Λαγέ! Μού’ ναι κοματάκι δύσκολο να ξεστομίσω τέτοια λόγια!» διαμαρτυρήθηκε η Κα-ρέττα,Κα-ρέττα και συνέχισε μουρμουρίζοντας μέσ’ απ΄τα δόντια της: «Άσε που είναι και ψευτιές πρώτης τάξεως!»

«Τίιι σιγολές, φιλενάδα; Δεν σε άκουσα!»

«Έχε χάρη που επείγομαι να φτιάξω το σχοινάκι μου” σκέφτηκε η χελώνα και είπε βιαστικά: «Λέω ότι σωστά τα είπες. Έτσι είναι τα πράγματα. Οι λαγοί είναι γενναίοι, θαρραλέοι και ωραίοι!….( να μη πούμε …. πειναλέοι!…..)»

 

IMAG2171_1

 

 

«Πάλι δεν άκουσα τι λες, κυρά μου!» νευρίασε ο λαγός «Μήπως ξεστόμισες τίποτα κακό για μένα;»

Η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα δεν άντεξε. Στ΄αλήθεια ήτανε δύσκολο να κρατήσει το στόμα της κλειστό!

«Ε, λοιπόν μάλιστα! Ξεστόμισα! Είσαι ένας φανταχτερός, εγωϊστής, ένας βλάκας και μισός! Είσαι γελοίος, τιποτένιος, αρπακόλας, μισή μπουκιά πράγμα, φρικιό σκέτο! Με λίγα λόγια…είσαι ένα μάτσο τρίχες! Να, τι είσαι!»

Ο Λαγός ένοιωσε ν’ αχνίζουν τ’αυτιά του από θυμό. Πώς τόλμησε αυτή η απολιθωμένη μούμια να του μιλήσει με αυτόν τον τρόπο; Αυτή που μέχρι να σηκώσει το ένα πόδι και να πατήσει το άλλο έχει περάσει η άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και έχει πιάσει για καλά βαρύς χειμώνας; Αμέ! Γιατί νομίζετε ότι κουβαλάει στο σβέρκο το κρεβάτι της; Είναι που κοιμάται όρθια! Γι αυτό!

«Τώρα θα της δείξω εγώ!» είπε από μέσα του ο Λαγός και άρπαξε με δύναμη το καροτσάκι της λαϊκής και το γύρισε ανάποδα στα βράχια της ακροθαλασσιάς.

Μεμιάς τ’ αστέρια του ουρανού ξεχύθηκαν τριγύρω. Η Κα-ρέττα,Κα-ρέττα γούρλωσε τα μάτια και κοίταξε με βλέμμα μισερό και μάγουλα χλωμά σαν είδε το λαγό να τσαλαπατάει τον ασημένιο θησαυρό με τις χοντρές πατούσες του.

«Να για να μάθεις!… Να για να μάθεις!… Να για να μάθεις! Χοντροκοκκαλιάρα! Εγώ τα μάζεψα, εγώ τα σκορπώ! Κι ούτε καθόλου θα λυπηθώ!»

Εκεί που πήδαγε μανιασμένα δεν πρόσεξε τον μεγάλο Κόκκινο Αχινό, τον αγκιστρωμένο στις βραχόπετρες κάτω από τα πόδια του και…φλαπ, πάτησε πάνω του με όλη του τη δύναμη. Αυτό πόνεσε! Πόνεσε στ’αλήθεια! Ο Λαγός δεν είχε ξανατρέξει τόσο γρήγορα ποτέ στη ζωή του! Από τους πόνους κάθε πέντε πήδους φώναζε κι από ένα «αχ» και κάθε δέκα «βαχ». Σαν έφτασε στο σπίτι του, χτύπησε με τόση δύναμη την πόρτα πίσω του, που η στέγη με τα κεραμίδια σωριάστηκε στη κεφαλή του.

«Καλά να πάθω!» κλαψούρισε μέσα από τα χαλάσματα. «Εγώ δεν είχα ορκιστεί, να πέσει το σπίτι να με πλακώσει, έτσι και μιλήσω σε χελώνα; Τά ‘θελα και τά ‘παθα!”

«Ποιός ασυνείδητος γέμισε σκουπίδια την παραλία;» αντήχησε η βροντερή φωνή του λιμενάρχη με την κάτασπρη στολή και τα χρυσά κουμπιά, που επιθεωρούσε με αγανάκτιση τα τσαλαπατημένα αστέρια.

«Κανείς, κανείς» τσίριξε η χελώνα. «…Δηλαδή εγώ, κύριε λιμενάρχη. Θα τα μαζέψω όλα στη στιγμή. Δικά μου είναι τ’ άστρα και σκορπίσανε…Σε δυό λεφτά η αμμουδιά θα γίνει σαν και πρώτα!»

«Καλά θα κάνει η αφεντιά σου, γιατί οι παραλίες πρέπει να μένουν καθαρές. Όχι σκουπίδια σε θάλασσες και ακτές! Το λέει και η Τηλεόραση! Το λέω βέβαια κι εγώ και βάζω πρόστιμο σε όσους κάνουν τους έξυπνους!….»

«Όχι, όχι…δεν βλέπετε;…Να…ορίστε! Όλα μπήκαν στη θέση τους. Η αμμουδιά μας καθαρή, τ’ αστέρια μου στο καροτσάκι! Και τώρα, καλό μεσημέρι κι αντίο σας!…» είπε η χελώνα και βιάστηκε να κλειδαμπαρωθεί στη φωληά της, πριν της τύχει καινούργια αναποδιά.

Τριάντα δυο συνεχόμενες νύχτες έπλεκε το σχοινάκι της, γιατί το πρωί δεν φαίνονταν τ’ αστέρια. Την τριακοστή τρίτη μέρα η Κα-ρέττα,Κα-ρέττα τεντώθηκε και σκέφτηκε ότι ήρθε ο καιρός να βρει με τι θα φτιάξει τις γούνινες λαβές. Καλύτερα νάκανε μια γύρα να ρωτήσει τους φίλους της. Τράβηξε για το σπιτικό της ξαδέλφης της, της χελώνας της ξηράς και χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα μισάνοιξε και στο μισοσκότεινο άνοιγμά της φάνηκε το γκριζωπό κεφάλι της χελώνας.

«Καλημέρα, ξαδέλφη! Τι χαμπάρια;» είπε η χελώνα. «Θάθελα να πάρω τη συμβουλή σου…»

«Γειά και σε σένα κι …αντίο!…» μούγκρισε η ξαδέλφη της και της έκλεισε τη πόρτα κατάμουτρα.

«Μα…» πρόλαβε να πει η χελώνα και σταμάτησε απότομα. Τι να έπαθε άραγε η προκομμένη; Ούτε που πρόλαβε να ρωτήσει. Αν δεν βιαζόταν να τελειώσει το σχοινάκι της θα επέμενε να μάθει τι συμβαίνει. Μια-μια δουλειά όμως, έπρεπε να τελειώνει. Ίσως μπορούσε να βοηθήσει ο κουμπάρος, ο Μαύρος Κάβουρας, αν τύχαινε να είναι στη φωληά του. ‘Ητανε, ευτυχώς, και άνοιξε αμέσως. Το ίδιο αμέσως έκλεισε τη πόρτα πάνω στη μύτη της κουμπάρας του, όταν κατάλαβε ότι αυτή του χτύπησε ν’ ανοίξει. Χωρίς να πει ούτε ένα «καλημέρα». Κακός, ψυχρός κι ανάποδος ήτανε μια ζωή, τώρα θ’ αλλάξει;

«Μα τι είναι πάλι και τούτο;» ξαφνιάστηκε η χελώνα κι έγνεψε στο νεαρό δελφίνι που λίγο πιο κάτω έπαιζε με τα κύμματα. Το ψάρι όλων συντροφιά την κοίταξε περιφρονητικά, γύρισε την πλάτη του και βούτηξε στα νερά χωρίς κουβέντα μία.

Αυτό πια παραπάει! Μια τιμή την έχει η Κα-ρέττα,Κα-ρέττα! Δεν μπορεί ο καθένας να την προσβάλλει έτσι στα καλά του καθουμένου! Πολύ μυστήριο να την αποφεύγουν και να της κλείνουν την πόρτα μπροστά στη μύτη της! Τι κακός μπελάς τη βρήκε, τώρα μάλιστα που τυχαίνει να είναι και βιαστική;

Α! Να και ο λιμενικός που πλησιάζει με βήμα γρήγορο κι αποφασιστικό. Τεντώνει όσο μπορεί μπροστά το στήθος και τη κοιλιά, να λαμπιρίσουν τα χρυσόκουμπα της στολής του κάτω από τον ζεστό ήλιο κι ελόγου του να μοιάζει πιο σπουδαίος και οπωσδήποτε σημαντικός.

-Ώστε εδώ σουλατσάρεις χελώνα της συμφοράς;

– Κυρ αστυνόμε μου, σαν τι να τρέχει;

– Αστυνόμο να πεις το καβούκι σου! Εγώ είμαι λιμενικός και μάλιστα υπολιμενάρχης! Πες μου λοιπόν στα γρήγορα: Τι έγινε με κείνα τ΄ αστέρια, που μάζευες τις προάλλες στο κύμα;

– Τα μάζεψα! Δεν βλέπετε τι καθαρά που είναι όλα τριγύρω;

– Αυτό το βλέπω. Οπωσδήποτε. Είπες, νομίζω, ότι αυτά σου ανήκουν ; Θυμάμαι καλά;

– Πολύ καλά θυμάστε, κύριε λιμενάρχη μου!

– Υπολιμενάρχης!

– Κύριε υπολιμενάρχη μου!

– Όπως βλέπεις, λοιπόν, είμαι υποχρεωμένος να σε συλλάβω!

– Με το παρδόν; Και γιατί παρακαλώ;

– Γιατί από τότε που τα μάζεψες, όλα γίναν μαύρα κι άραχνα! Γιατί δε βγαίνει πια το Φεγγάρι. Δεν στολίζεται ασήμια η θάλασσα. Οι ναυτικοί χάνουν τον δρόμο τους. Οι οδοιπόροι το ίδιο. Τα νυχτοπούλια δε βλέπουν τη μύτη τους. Κι εγώ προσωπικά δεν μπορώ να ξεχωρίσω, πού τελειώνει η θάλασσα και πού αρχινά ο ουρανός! Μόλις χθες ο βαρκάρης ξεγελάστηκε κι έστριψε κατά πάνω! Το κατάλαβε ο άνθρωπος, όταν τράκαρε στον δρόμο με ένα σμήνος ψαρόπουλα! Ευτυχώς, δεν έπαθε η βάρκα του μεγάλη ζημιά. Τώρα εσύ πρέπει να πληρώσεις τα σπασμένα…

«Μα τι λέτε τώρα;» φώναξε η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα «Εννοείτε δηλαδή ότι χάλασα το περιβάλλον;»

«Αυτό ακριβώς εννοώ! Και είναι όλοι θυμωμένοι γι αυτό!» τη διέκοψε ο λιμενικός.

– Και οι φίλοι μου;

– Προ πάντων αυτοί!

– Τι φοβερό! Τι τρομερό!

Η χελώνα έξυσε το κεφάλι της για να κρύψει τη ντροπή της.

«Εγώ είπα να φτιάξω ένα σχοινάκι από αστέρια, να κάνω γυμναστική, ν’ αδυνατίσω για να με θαυμάζουν όλοι. Το μόνο, ομως που κατάφερα είναι να με μισήσουν! Ντρέπομαι! Και μάλιστα ντρέπομαι πολύ!»

Ο λιμενικός τη λυπήθηκε.

– Δεν βάζεις τ’ αστέρια πίσω στον ουρανό τους; Ούτε γάτα, ούτε ζημιά, δηλαδή!

Η χελώνα έβγαλε αφρούς απ’ το στόμα της.

– Ε, όχι πια! Αυτό παραπάει! Οχτώ μέρες κι οχτώ νύχτες προσπαθούσα να τα μαζέψω! Πόσο λες να κάνω για να τα βάλω ξανά στη θέση τους; Άσε που τώρα ο Λαγός αποκλείεται να μου κάνει τη χάρη, γιατί πλακωθήκαμε άγρια οι δυό μας!

«Ηρέμησε, κυρά μου, ηρέμησε!» Την χτύπησε στο καβούκι ο λιμενικός με συγκατάβαση. «Κάποια λύση θα υπάρχει! Κάθε πρόβλημα έχει τη λύση του! Αυτό θέλω να το θυμάσαι! Κάτσε εδώ στο βραχάκι να σκεφτούμε μαζί…»

Κάθησαν ώρες και ώρες. Όποια ιδέα και να κατέβαζαν τους φαινόταν από γελοία μέχρι ηλίθια. Κάποια στιγμή η χελώνα χτύπησε τα χέρια της.

«Το βρήκα, το βρήκα!» τσίριξε ευχαριστημένη.

«Ας ελπίσουμε ότι θάναι κάτι πιο έξυπνο» παρατήρησε ο λιμενικός κρύβοντας ένα χασμουρητό κάτω από την παλάμη του.

 

– Ο Έλανασεμαγέψω!

– Ο….ποιός;

– Είπα: ο Ελανασεμαγέψω! Είναι ένας τύπος που κάνει μαγικά, θείος του μαγαζάτορα με τα τζερτζελομπιχλιμπίδια στην Πόλη με τα Κεραμίδια. Αυτός σίγουρα έχει μια λύση! Είμαι βέβαιη! Τρέχω στη στιγμή….

– Στάσου, στάσου!….Θάρθω και γω μαζί σου. Μπας και με ξεγελάσεις και γίνεις καπνός! Αν και οι χελώνες δεν φημίζεστε για τη γρηγοράδα σας. Εξ άλλου, αυτός ο….πώς τον είπες….ο Ελαποδωαπέξω (;) …οχι, ο Δενθατοαντέξω (;)…ούτε,….ο Θελωναμαγειρέψω (;)…..οοο…Τέλος πάντων, αυτός, έχει ένα όνομα πολύ ύποπτο!…

Η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα ένοιωθε για πρώτη φορά να πετάει από τη βιασύνη της. Ούτε που καταδέχτηκε να διορθώσει τον λιμενάρχη. Πρόλαβε τον μαγαζάτορα την ώρα που έκλεινε για μεσημεριανό.

« Μπα, μπαααα….Καλώς τη τη κυρά χελώνα!» χαμογέλασε εκείνος «Σε βόλεψε η σκάλα μου;»

«Και με το παραπάνω, κύριε και με το παραπάνω! Νάτην, στην επιστρέφω ξεσκονισμένη και γυαλισμένη! Μόνο, πες μου σε παρακαλώ στα γρήγορα, πού μένει εκείνος ο θειός σου, ο Ελανασεμαγέψω; Τον έχω ανάγκη επειγόντως!»

 

Ο μαγαζάτορας κούνησε το κεφάλι του. «Δε μένει μαζί μας, δυστυχώς. Πρέπει να τον αναζητήσετε στην Πόλη με τις Ταράτσες, δυό ώρες δρόμου από εδώ.»

Η χελώνα δεν απελπίστηκε ολωσδιόλου. Θα πήγαινε και στην άκρη της γης ακόμη, αρκεί να έβαζε τα πράγματα στη θέση τους και να της ξαναμίλαγαν φίλοι και συγγενείς. Βρήκε  τον Ελανασεμαγέψω με το black and decker στο χέρι, να ανοίγει τρύπες σ’ ένα κεφάλι τυρί κασέρι, που ήθελε να το κάνει γραβιέρα.

«Καλησπέρα σας» κάνει συνεσταλμένα η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα «με στέλνει ο ανηψιός σας, ο μαγαζάτορας από την Πόλη με τα Κεραμίδια. Είναι ανάγκη να σας μιλήσω αμέσως!» είπε πνιχτά, χωρίς σταλιά ανάσας.

«Παλακαλώ, παλακαλώ, καθίστε» αντιγύρισε εκείνος και έδειξε μια αναπαυτική πολυθρόνα από σφουγγάρι. Ο Ελανασεμαγέψω δεν έλεγε ποτέ το γράμμα «ρ» γιατί είχε τσακωθεί μαζί του!

– Τι θα θέλατε να μου πείτε; Να σας κελάσω μπανάνες με σοκολάτα;

– Όχι, όχι, ευχαριστούμε πολύ, αλλά βιαζόμαστε. Να σας συστήσω: από εδώ ο κύριος λιμενάρχης της Ακροθαλασσιάς. Χαρήκατε πολύ και τα λοιπά και τα λοιπά…! Να εξηγήσω ποιο είναι το πρόβλημα: Όλα ξεκίνησαν από μία κουβέντα που είχα με τον κουμπάρο μου τον Μαύρο Κάβουρα…

 

Η χελώνα διηγήθηκε βιαστικά την ιστορία της, πως μάζεψε τ’ αστέρια στο σπιτικό της και πώς τώρα έψαχνε να βρει τρόπο να τα ξαναβάλει στη θέση τους.

«Τι να κάνω τώρα; Τι να κάνω τώρα;» κλαψούρισε τελειώνοντας τη διήγησή της και ρούφηξε τη μύτη της δυνατά. «Εσείς μπορείτε να με βοηθήσετε, άραγε;». Κοίταξε τον οικοδεσπότη με μάτια γεμάτα ελπίδα.

«Ω! Μην ανησυχείτε! Και βέβαια μπολώ να βοηθήσω! Είναι πολύ απλό! Ακούστε με πλοσεχτικά!» Ο Ελανασεμαγέψω σηκώθηκε από την πολυθρόνα του με κινήσεις αργές και ήσυχες. Τα νεύρα της Κα-ρέττα, Κα-ρέττα ήταν τεντωμένα, έτοιμα να σπάσουν.

Εκείνος έφερε με ευλαβική προσοχή μία μεγάλη διάφανη γυάλα γεμάτη νεροσάπουνο και την ακούμπισε απαλά πάνω σε ένα τραπέζι – ιπποπόταμο. Στη συνέχεια έβαλε το χέρι στη φαρδουλή του τσέπη και τράβηξε ένα στυλό, το ξεβίδωσε και άδειασε μες απ’ αυτό τρία χρωματιστά καλαμάκια. Ένα κόκκινο, ένα μπλε κι ένα κίτρινο.

Ο λιμενάρχης κοίταξε απορημένος τη χελώνα μη μπορώντας να καταλάβει τι γίνεται.

Ο Ελανασεμαγέψω πλησίασε σοβαρός σοβαρός και συνέχισε:

– Θα πάλετε αυτά τα τλία καλαμάκια, θα τα βουτάτε στο σαπουνόνελο της γυάλας και θα φυσάτε μεγάλες σαπουνόφουσκες…

– Μα, κύριε Ελανασεμαγέψω, δεν έχω καμμία διάθεση να φυσάω σαπουνόφουσκες, όταν φίλοι μου και συγγενείς περιμένουν να ξαναβάλω τ’ αστέρια στη θέση τους! Ελάτε, λοιπόν, στα συγκαλά σας και βοηθήστε με, παρακαλώ!…

– Αυτό πλοσπαθώ να κάνω, κυλία μου! Ακούστε και κάνετε αυτά που σας λέω, χωλίς αντιλλήσεις! Αλλιώς θα αλάξω τη γνώμη μου και δεν θα σας βοηθήσω!…

Η χελώνα φοβήθηκε για τα καλά. Μπήκε στη μέση ο λιμενάρχης, ενώ από μέσα του σκεφτόταν ποιό χρώμα καλαμάκι να διαλέξει:

– Ασφαλώς! Δίκο έχετε! Πείτε, όμως, γιατί θα πρέπει να γεμίσουμε τον αέρα σαπουνόφουσκες;

– Γιατί απλούστατα αυτές θα βοηθήσουν να στείλουμε τ’ αστέλια στη θέση τους! Κοιτάξτε! Πάνω σε κάθε μία από αυτές τις σαπουνόφουσκες θα βάλουμε από ένα αστελάκι και θα τ’ αφήσουμε να πετάξει ψηλά στον ουλανό!

– Τι καταπληκτική ιδέα κε Ελανασενταντέψω!….

– Ελανασεμαγέψω, με λένε!

– Με συγχωρείτε! Πάντως η ιδέα σας είναι φανταστική!

Ο λιμενάρχης φαινόταν ενθουσιασμένος. Η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα χτύπησε παλαμάκια από τη χαρά της.

«Ας μη χάνουμε καιρό!» φώναξε. “Πάρε κι εσύ το καλαμάκι που βρίσκεται στη σελίδα 6  και πάμε όλοι μαζί!”

Στη στιγμή, άρχισαν να φυσάνε και να ξεφυσάνε σαπουνόφουσκες. Το ίδιο και συ. Μικρές, μεγαλύτερες, πελώριες… Ο Ελανασεμαγέψω έβγαζε ένα ένα τ’ αστέρια απ’ το πλεγμένο σχοινάκι της χελώνας και τα έριχνε με μαεστρία περισσή πάνω στις διάφανες φούσκες. Αυτές ανέβαιναν, όλο και ανέβαιναν. Ψηλά. Ψηλότερα. Ώσπου χάνονταν. Οπως κατέληγαν στο τέρμα τ’ ουρανού, οι χρυσές ηλιακτίδες τρυπούσαν τις σαπουνόφουσκες κι αυτές, παφ-πουφ, χάνονταν ξαφνικά ελευθερώνοντας τ’ αστέρια γύρω από το Φεγγάρι. Μέσα σε λίγες ώρες στραφτάλισε και πάλι η νύχτα.

Η χελώνα της ξηράς άνοιξε διάπλατα τη πόρτα του σπιτιού της και χάζευε με στόμα και μάτια ορθάνοιχτα. Ο Μαύρος κάβουρας έτρεξε να πάρει τα κυάλια του για να βλέπει καλύτερα. Το Δελφίνι ξεχάστηκε και κόντεψε να το ξεβράσει η θάλασσα πάνω στην αμμουδιά. Για πρώτη φορά έχασε τη λαλιά του και δεν μπόρεσε να βρει ένα τραγούδι για τη περίσταση.

Η Κα-ρέττα, Κα-ρέττα άρχισε να πηδάει πάνω κάτω από τη χαρά της. Οι πήδοι της είχαν δύναμη και ύψος.

«Άραγε, γιατί νοιώθω τόσο ανάλαφρη;» αναρωτήθηκε.

«Ποτέ δεν ένιωσα καλύτερα!» Αυτή τη φορά είπε τη σκέψη της φωναχτά και την ακούσαν όλοι τριγύρω.

« Είναι επειδή έκανες μία καλή πράξη, που χάρισε ευτυχία στους άλλους γύρω σου!» ψιθύρισε χαμογελαστά ο λιμενάρχης δίπλα της.

«Ω! Είμαι σίγουρη ότι δεν χρειάζομαι ούτε γυμναστική, ούτε σχοινάκι!» Τον κοίταξε εκείνη πονηρά «Δε συμφωνείς ελόγου σου;»

«Αν συμφωνώ, λέει!» της απάντησε ‘κείνος. Έσκυψε σε μια μικρή υπόκλιση προς το μέρος της, χαϊδεψε βιαστικά το γείσο του καπέλου του για χαιρετισμό κι απομακρύνθηκε σφυρίζοντας ένα εμβατήριο.

Από τότε η Κα-ρέττα Κα-ρέττα ένιωσε άλλος άνθρωπος…εεε…άλλη χελώνα, ήθελα να πω. Ο μάγκας ο κάβουρας, κατάπιε τη γλώσσα του, η χελώνα της ξηράς άρχισε να καλεί στα πάρτυ της πρώτη και καλύτερη τη θαλασσινή ξαδέλφη της, ο μαγαζάτορας στη Πόλη με τα κεραμίδια δώρισε στο Μουσείο τη μαγική σκάλα για να θυμάται ο κόσμος αυτή την ιστορία της χελώνας και ο υπολιμενάρχης κάθε βράδυ του Σαββάτου διηγόταν στα εγγονάκια του τα θαυμαστά που έγιναν με τη Κα-ρέττα Κα-ρέττα κι αυτά τη ζήλευαν για τη καλή της καρδιά. Έτσι η χελωνίτσα έγινε ξακουστή πέρα από τη Πόλη με τις Ταράτσες, μέχρι και τη Πόλη με τους Ουρανοξύστες. Μάλιστα έδωσαν και σ’ έναν ουρανοξύστη το όνομά της, μόνο που επειδή το βρήκαν να είναι πολύ μακρύ το έκοψαν και τον ονόμασαν Καρέ-Καρέ προς τιμή της.

Κι έζησαν  αυτοί πολύ καλά κι εμείς θα δούμε πόσο!…. Πάντως άμα βρεθείς σ’ αυτό το νησάκι που το λένε Ζάκυνθο, πήγαινε και μιαν επίσκεψη στην Κα-ρέττα Κα-ρέττα μ’ ένα δωράκι εκ μέρους μου και κάπου θα βρεθούμε να σου το πληρώσω….

 

sterne

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

____________________________________

 

 

(*) Μπορείς να διαβάσεις τη ιστορία με το Μυτερό Βουνό σε άλλο παραμύθι-ποιηματάκι

 

 

 

 

 

Posted in παραμύθια | Tagged | Σχολιάστε

Δυό αράδες ολόκληρη η ζωή μου.

Με πεταλούδες λογάριαζα τις μέρες των χρόνων.

Κόκκινες, κίτρινες, απειρόχρωμες μικρές πεταλούδες

ξεθαρρεμένες στον ήλιο μου, μ’ ελιγμούς στο φτερούγισμα.

Αφηνα ήσυχα,σα λιγωμένο νεράκι της πηγής

πεθυμιές και ονείρατα και σύγκρουσες της ψυχής

 κι ελπίδων περάσματα ανάκατα, αδιαχώριστα

να γλυστρήσουν στο διάβα μου.

Δάγκωνα των χεριών μου τα πλάνα δάκτυλα,

που του μυαλού λαξεύσανε τ’ ασίγαστα πάθη.

Με λάμψεις πλανεύτρες σκεπάσαν τα πάνω,

τα γύρω, τα μέσα  μου. Ριχτάρι στ’ ακούσματα της ψυχής.

Αλλοπαρμένες Σειρήνες απόλαυσης,

χωρατών και αποχαύνωσης.

Φώναζα νάρθει νύχτα και

κάποιο μαγεμένο ξωτικό τα μάτια σκοτείνιαζέ μου

Κι ήθελα να φιλήσω. Να φιλήσω τους στριμωγμένους κορμούς

των αθανάτων του δρόμου.

Να φιλήσω την αταξία της γης μου.

Να γίνω Κύριος. Να γίνω Κατάσταση.

Υστερα πάλι, αλαργηνοί καημοί και δεισιδαιμονίες,

σκοτίζαν τη γυρόφερνη αρμονία των σκιών,

που με ζώναν αθέλητα να χορτάσω ζωή κι αντάμωμα.

Γιατί ο φόβος, μικρό αγκύλωμα φορές.

κι άλλοτε κάρφωμα λαθραίο, είναι αντάμωμα..

΄Οταν, να κοιμηθώ, ευχόμουνα στο νου μου,

έφταν’ η μέρα κι ο ήλιος γινόταν μανταρίνι,

βαρίδι χαλκόβρυτο στη σκέψη πεινασμένου.

Ζητούσα ξεκούραση κι αυτός κοβόταν στα τέσσερα.

Τα μέσα μου ξεφώνιζαν να λυπηθώ των αστεριών

το φέγγισμα, μα ήθελα πολύ  να ονειρευτώ!

Τρομάζει η σκέψη μου: Τόσα παραμελημένα τολμήματα…

Περίσσια εμποδισμένα απ’ το κοντύτερό μου

πλήθος των ανθρώπων,

που αποζητουσε σύντροφο-εχθρό στη μοναξιά του.

Μιας και δεν είχα ματαδεί πλήθος σε τόση άγρια μοναξιά!.

Μετά ήτανε η μυρουδιά,

που έβγαζαν τα κρέατα στις κατσαρόλες των κυράδων

μεσομερής τη Κυριακή και το Σαββάτο.

Σκέτη χαμοζωή. Και μεις

στους στίβους να κυλιόμαστε του Τώρα.

Τα μερεμέτια του σπιτιού και της δουλειάς,

χωρίς κρασί κι αλάτιπεραστικά, φευγάτα

γιομίσαν τη σάρκα ρυτίδες,

σαν των κορμών τις χαρακιές βαθύρριζων ελάτων.

Φτάναν στιγμές αβασταγιάς και πίκρας

άπονων μεσημεριών.

Στιγμές μεσόβραδων ανούσια κουρασμένων.

‘Αλλοτε θυμητικά γλυκόφιλα για έναν έρωτα, ένα ταξίδι…

Αργόδειλα ρωτήματα για την απλή ζωή.

Με κέρματα κάλπικα λογάριαζα τις ώρες του χρόνου

μέσα στα βλοσυρά, εσωστρεφή δωμάτια δύο σπιτιών.

‘Ενα στην πόλη. ‘Αλλο στην εξοχή.

Με την κιθάρα στα χέρια ξεχνιόμουν.

Με τους αγκώνες στο περβάζι

θώραγα τους κυνηγούς να χτυπούν κυπαρισσόμηλα

Τέτοια μέρα φλερτάρω

το φευγιό της μικρής μου ζωής

με μια φυλλάδα ν’ αργοκλίνει στα γόνατα.

 

Posted in προσωπική ποίηση | Tagged | Σχολιάστε