700 Θεσπιείς

Όταν περνούν τα παλληκάρια στ’ αγώγια και τις άσκησες

με τα χαλκιά ‘ρματα ζωσμένοι,

μία κουβέντα να την πουν, στεγνή,

χωρίς πλουτίσματα, αναμετάξυ τους,

προτού τους φάνε οι Ούρμιοι

στης μάχης της ανάγγελτης τα μερικά στενά,

σπάζουν οι πόρτες των κλουβιών σε στάδια και μαντρότοιχους.

Αν τύχαινε να έχουν τότες γνώριμο,

πως είν’ ένα κλουβί από σίδερα και ουρανό,

ανάγναντά τους θάτανε κλουβιά ολοένα.

Κι όπως το θήραμα, μεσής σταχογεμάτων κάμπων

φευγάτο, με μάτια τρομάρας πλημμύρα

και ρίγη στη ραχοκοκκαλιά

μυρίζεται απάντημα μ’ οχτρό στυγνό του,

μιλούν για του Πέρση τη δύναμη.

Βαθίσκιωτα πεύκα, στα πέλαγα φτιάχτε

σχεδίες και ξάρτια, να φτάσουμ απέναντι.

Είναι γλυκό τ’ αγέρι όταν φυσάει,

όταν οι άνθρωποι κοιμούνται δίχως έγνοιες

γι’ αντάρα και πόλεμο.

Να μετράς τις πλίνθους αράδα

στα καφεκίτρινα τοιχώματα των οχυρών ξωπίσω,

καθώς το πέσιμο της πέτρας στο χώμα

σηκώνει τα πετούμενα μιλιούνια

από το ξάφνιασμα προς τους αιθέρες.

Ήτανε να πούμε, να μιλήσουμε,

να φωνάξουμε τραγούδια, άντρες Θεσπιείς!

Ήτανε να φροντίσουμε τα ζώα

και τη σπορά και τις φαμίλιες.

Στον τόπο ετούτο, που άφησε στα χέρια μας

γλυκόλαλα η διονυσιακή παρέα των Μαινάδων

βορά στων θεών την οργή.

Ω ! Χώρα χαμένη και δύστυχη,

κοντοθαρούσες περάσματα στενά και ύπουλα.

Κι αυτές οι καινούργιες οσμές,

τόσο ξένες, φτηνές, τρομερές,

τόσο αγαπημένες του Ξέρξη,

όσο εκείνες, που βγάζουν γουρούνια

μέσα σε στάνη προβάτων της Φθίας!

Δείτε πλοκάμι π’ απλώνει ο θρασύδειλος!

Κι είναι πιο ‘κει το κρεβάτι,

το δόρυ, κλαδιά μιάς εληάς, τα παιδιά μας

με κορμιά που γυαλίζουν στη μέρα ζωές κι αρετές.

Είναι να πείτε, να μιλήσετε,

να φωνάξετε τραγούδια, άντρες Θεσπιείς!

Άλλος ακούει, αυτός αποκρίνεται…

Μιας πισογύρισμα δεν πρέπει στα ποδάρια,

ούτε τα νώτα να τα δουν

βαρβαρόσκιαχτα μάτια μεσημεριάτικα,

νομίζουν πως τους πρέπει να μείνουν.

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις και νεύματα,

Ήρεμα. Σαν τις γουστέρες του αγρού.

Θα πολεμήσουν

μ’έναν προφήτη κουτσό στο πλευρό

και κάποιον στρατάρχη

‘κει πιο μπροστά, να οδηγεί εφτακόσιους.

Δεύτερη ανάσα πιο κάτω ιαχές και χαμός 

απ’τους άντρες του βασιληά της Σπάρτης,

τους άντρες των εφόρων της Σπάρτης,

τους άντρες των μαννάδων της Σπάρτης,

τους Στρατιώτες.

Μισοί από δαύτους στη δύναμη του πλήθους,

πίσω από τους λόφους, στις Πύλες,

κοντά μαζεμένοι στον ίδιο σκοπό.

Τα μαγνάδια του φόβου σφίξαν αλύπητα

και κράξαν φωνές,

να σκεπάσουν στα φυλλοκάρδια τους χτύπους.

Μέρες πολλές η λαχτάρα για πίσω

πείσμωνε τ’ άρματα να ξερνάνε φωτιά.

Της Λακεδαίμονας οι γόνοι από χρέος

κι αυτοί της Θεσπηίδας

μονάχα απ΄ αγάπη και στέρεη τιμιότητα.

Κροταλίζουν ακόμα της εστίας οι φλόγες,

 χυτό κρασί αυλακώνει τις πλάκες

μετά τις σπονδές.

Κι οι τελευταίοι των αυλίτριδων ήχοι

λίγο από κιθάρα, λίγο από αυλό δασόπνοο,

κοντοστέκονται στων βουνών τις κρυψώνες

μη και χάσουν το συμπόσιο της νίκης.

Advertisements

About Αθηνά Αλεξοπούλου Παππά

Φιλόλογος, ζωγράφος, αγιογράφος
This entry was posted in προσωπική ποίηση, λογοτεχνία. Bookmark the permalink.

σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s