Η Ομπρελούπολη

%ce%bf%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ξύπνησε ξημερώματα, έκανε την τουαλέτα του, άρπαξε ένα ψωμοτύρι για πρωινό του ποδαριού και βγήκε στον δρόμο.

Είχε υποσχεθεί στον θείο του, που έμενε πέντε στενά παρακάτω, να τον βοηθήσει να τελειώσει μια μεγάλη δουλειά που είχε αναλάβει, ώστε η πολιτεία να είναι έτοιμη να γιορτάσει την μεγάλη Γιορτή του Παπιγιόν.

Μη με ρωτήσετε τί είναι αυτή η Γιορτή του Παπιγιόν. Δεν ξέρω. Ίσως ούτε και το Παπιγιόν να ξέρει. Σημασία έχει ότι ήτανε μία γιορτή και ότι όλα θα έπρεπε να ήταν έτοιμα στην ώρα τους.

Ο θείος του Πολύχρωμου Χαρταετού Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ήτανε κεραμιδάς και του ανέθεσαν να βάψει τα κεραμίδια στα σπίτια της κεντρικής λεωφόρου απ’ όπου θα περνούσε η Παρέλαση.

Για να γίνει αυτό θάπρεπε να δουλεύουν ένα μήνα και τρεις μέρες χωρίς σταματημό. Να ξεκινάνε χαράματα και να τελειώνουν το σούρουπο. Η δουλειά ήτανε τόσο μονότονη, όσο οι χτύποι ενός ρολογιού, αλλά η φήμη τους σαν επίσημοι κεραμιδομάστορες του Δήμου θα ξεπερνούσε την μικρή περιοχή τους και θα γίνονταν παντού περιζήτητοι.

Γι αυτό και ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι και ο θείος του ένα μήνα τώρα έτρεχαν να προλάβουν την προθεσμία και δούλευαν μονορούφι. Δεν έβλεπαν μάνα. Δεν έβλεπαν πατέρα. Δεν έβλεπαν φίλους. Παρά μόνο δούλευαν,δούλευαν, δούλευαν.

Σήμερα έπρεπε να εφοδιαστούν και πάλι υλικά. Καινούργια πινέλα. Κουβάδες με κόκκινη μπογιά. Η ξύλινη σκάλα ξεχαρβαλώθηκε και αποφάσισαν να πάρουν καινούργια από αλουμίνιο. Χασομέρι μεγάλο, αλλά απαραίτητο.

“ Πήγαινε, ανηψιέ, εσύ να συνεχίσεις και θα φέρω εγώ τα υλικά” είπε ο θείος.

Έτσι ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι βρέθηκε να βάφει για μία ακόμα φορά τα κεραμίδια στο εκατοστό εικοστό δεύτερο σπίτι της λεωφόρου.

Καμμιά φορά για να πάρει ανάσα έκανε σύντομη διακοπή. Σκούπιζε τον ιδρώτα του και αγνάντευε από τα ψηλά. Είναι γνωστό ότι κάθε χαρταετός που σέβεται τον εαυτό του απολαμβάνει να βρίσκεται πάνω από τη γη και όσο μακριά της γίνεται.

“Εγώ δεν κάνω για κεραμιδάς. Εγώ έπρεπε να πετάω μέσα στα σύννεφα” μονολόγησε.

“ Τι το θες ν’ανακατεύεσαι στα ποδάρια μας;” ακούστηκε από πάνω να του ξηγιέται ένα μολυβί συννεφάκι. “ Κάτσε να χρωματίσεις τα κεραμίδια και άσε τον ουρανό για την πάρτη μας!”

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι εκνευρίστηκε. “Τι θράσος έχει αυτή η μπαμπακερή…κουτσουλιά! Κάποιος πρέπει να της πάρει τον αέρα! Της χρειάζεται ένα μάθημα”

Χωρίς να βγάλει λέξη αρπάζει τη λιγοστή μπογιά που τούχε απομείνει και κάνει ότι σκοντάφτει. Με πονηριά και θράσος πετάει τον κουβά της κατάφατσα στο σύννεφο που από γκρι έγινε κοκκινί!

Χαμός πάνω απ’ τις στέγες! Τα πουλιά ξεκαρδισμένα στα γέλια, οι κεραμιδόγατες να τρέχουν αλαφιασμένες, η συννεφιά να διαλύεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ένιωσε ικανοποιημένος που έδωσε ένα μάθημα στο υπερφίαλο σύνεφο και κατέβηκε να ανοίξει την πόρτα στον θείο του που μόλις επέστρεψε με τα καινούργια υλικά.

Την επόμενη μέρα τράβηξε πάλι σιγοτραγουδώντας για την δουλειά. Έβαλε την καινούργια του σκάλα από αλουμίνιο και σκαρφάλωσε στην στέγη του εκατοστού εικοστού τρίτου σπιτιού της λεωφόρου. Και τι να δει! Το μολυβί συννεφάκι είχε μπαστακωθεί πάνω από την φρεσκοβαμμένη σκεπή του εκατοστού εικοστού δεύτερου σπιτιού και έριχνε την βροχή με το τουλούμι!

“Εϊ,έϊ, παλαβέ, τι κάνεις εκεί; Μόλις το βάψαμε και συ το καταστρέφεις; Εϊ δεν ακούς; Εσένα μιλάω, μουχλιασμένε λεκέ!”

Το σύννεφο σφύριζε αδιάφορα κι έκανε την ζημιά του. Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι κόντεψε να πάθει καρδιακό! Τσακίστηκε γρήγορα στις σκάλες και χτύπησε το κουδούνι στον διαχειριστή της πολυκατοικίας.

“Παρακαλώ, παρακαλώ,μία ομπρέλα αν έχετε γιατί γίνεται ζημιά!”

“Πολύ ευχαρίστως, περιμένετε να πάω να σας φέρω…”

“Γρήγορα, γρήγορα, είναι πολύ επείγον!”

“ Μη κάνετε έτσι…Ορίστε. Πάρτε αυτήν. Είναι αυτόματη. Πατάτε το κουμπί!”

“ Ευχαριστώ. Θα σας την επιστρέψω”

Κουτρουβαλιάστηκε για άλλη μια φορά στις σκάλες να φτάσει στην κεραμιδιά. Άνοιξε την ομπρέλλα και την στέριωσε στην σκεπή. Ουφφφ…

Το σύννεφο κρυφογέλασε και πήγε να κοιμηθεί.

Σαν έφτασε η μεθεπόμενη μέρα και ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι πήγε να βάψει τα κεραμίδια του εκατοστού εικοστού τέταρτου σπιτιού, νάσου και πάλι το μολυβί συννεφάκι στη δίπλα σκεπή να ρίχνει βροχή καρεκλοπόδαρα.

“Αμάν! Δεν είναι δυνατόν! Πάει το χρώμα! Όλο θα ξεπλυθεί! Πρέπει να τρέξω να βρω ομπρέλα…”

Κουτρουβαλιάστηκε για άλλη μια φορά στις σκάλες να βρει ομπρέλα να σώσει ό,τι μπορεί.

Βρήκε τον θυρωρό και του δάνεισε μία. Πάλι ανέβηκε στα ψηλά και τη στερέωσε πάνω απ τα κεραμίδια. Το μολυβί συννεφάκι κρυφογέλασε κι έφυγε τραγουδώντας.

Όπως περνάγαν οι μέρες, η μία μετά την άλλη, η ιστορία γινόταν ξανά και ξανά. Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ερχόταν στην δουλειά με καμμιά δεκαριά ομπρέλες παραμάσχαλα. Πάνω απ΄τις στέγες γέμισε ο ουρανός ομπρέλες!

Οι περαστικοί χαζεύαν και τράβαγαν αναμνηστικές φωτογραφίες. Τα ταξιδιωτικά πρακτορεία άρχισαν να οργανώνουν ειδικές εκδρομές στην Ομπρελούπολη , όπως την έλεγαν πια και μια μέρα ήρθε και η Τηλεόραση για να κάνει ντοκιμαντερ……………

(ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΑΝΤΕΨΕΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ;)

Advertisements

About Αθηνά Αλεξοπούλου Παππά

Φιλόλογος, ζωγράφος, αγιογράφος
This entry was posted in παραμύθια. Bookmark the permalink.

σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s