Α μπε μπα μπλομ

Ήτανε κάποτε μία μικρούλα που την φωνάζαν Φωτεινή, γιατί ήταν πάντα γελαστή, με βλέμμα λαμπερό και δεκάδες τσαχπίνικες φακίδες στα διάφανα μάγουλά της. Στην γειτονιά την αγαπούσανε γιατί είχε ψυχούλα μάλαμα κι ας ήταν ζωηρή κι ατίθαση. Της άρεσε το πρωί να παίρνει των οματιών της και να γυρνά σε δρόμους και δρομάκια και να χαζεύει το κάθε τι που γίνονταν τριγύρω. Λάτρευε να χαζολογά στην υπαίθρια αγορά της Πέμπτης, όταν τα μαγαζάκια της δημοσιάς άπλωναν την πραμάτια τους, σαν γιατί πρέπει να λιαστεί. Ξύλινοι πάγκοι, τάβλες, σιδηροτράπεζα, σκαμνιά και χαρτόκουτα, ό,τι πρόχειρο μπορούσε να βρεθεί, γινόταν πάγκος, να στιβαχτούν μικροί, μεγάλοι θησαυροί. Το πιο πολύ που άρεσε στην Φωτεινή ήταν ότι μπορούσε ν’ απλώσει το χέρι και να τ΄ αγγίξει όλα αυτά. Να τα χαϊδέψει, να τα σηκώσει στον ήλιο ψηλά μισοκλείνοντας τα μάτια για παιχνιδίσματα με το φως. Είχε αδυναμία στα πράγματα τα παλιά, από σπίτια που κλείσαν ή γκρέμισαν, άλλα πολύτιμα και άλλα του πεταμού. Όταν σκάλιζε τις πραμάτειες και έψαχνε στα απο κάτω, τα πλακωμένα,τα κρυμμένα, αυτά που δεν ξεχώριζαν στο πάνω του σωρού, ήτανε το καλύτερο! Τότε νόμιζε πως ψάρευε θησαυρούς. Όχι γιατί στ’αλήθεια ήταν,αλλά επειδή έμοιαζαν με θαμμένα, που περιμένουν τον τυχερό να τα ανακαλύψει.

Έτσι, εκείνη την Πέμπτη μια σειρά από παλιά μπουκαλάκια κολώνιας σε διάφορα σχήματα τράβηξαν την προσοχή της. Έμοιαζαν πολύ ταιριαστά μεταξύ τους με τα χρώματά τους να είναι απαλά, γαλάζια,ροζέ,μωβιά και άσπρα γαλακτερά. Η Φωτεινή κοκκάλωσε μπροστά τους.Δεν ήθελε με τίποτα να πάει πιο πέρα. Φανταζόταν με τι θα μπορούσε να τα γεμίσει. Με χάντρες, χρυσόσκονη, γυαλιστερές κλωστές, σποράκια, βώλους, κουμπιά και τόσα άλλα!

“ Σ’αρέσουν;” τη ρώτησε η εμπόρισσα όταν κατάλαβε την κρυφή της λαχτάρα.

“ Μ’ αρέσουν.Μ’αρέσουν πολύ,κυρία!”

“ Με 5 ευρώ τα παίρνεις όλα.”

“ Δεν έχω πάνω μου παρά 20 λεπτά!” είπε η Φωτεινή με στενάχωρο χαμόγελο

“ 20 λεπτά! Ω! Εχω κάτι πολύ ιδιαίτερο με 20 λεπτά, να σου δώσω!” απάντησε αναπάντεχα η κυρά. Η μικρούλα ξαφνιάστηκε.

“ Έχετε στ’αλήθεια; Μα τι μπορεί να είναι αυτό;”

“ Στάσου μια αναπνοή και ξανάρχομαι”

Εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα σε ένα μαγαζάκι-τρύπα δίπλα απο τον πάγκο της. Δεν πέρασε ένα λεπτό και ξαναφάνηκε κρατώντας στο χέρι ένα ακόμα μπουκαλάκι από γυαλί πρασινωπό και ρόδινα πετράδια για στόλισμα.

“ Ω! Τι ωραίο αυτό το μπουκαλάκι!Πιο όμορφο απ΄τ΄΄αλλα! Και μόνο 20 λεπτά;”

Η εμπόρισσα έσκυψε πιο κοντά της και μίλησε με φωνή συνωμοτική:

“ Τόσο μπορείς να το πάρεις! Είναι το μπουκαλάκι με το ξωτικό. Κανείς δεν το θέλει, γιατί το φοβούνται! Εσύ δεν πιστεύω να το φοβάσαι, έτσι δεν είναι;”

“ Ξωτικό; Τι ξωτικό; Πού είναι; Πως θα το δω;”

“ Όχι εδώ! Όχι τώρα! Χρειάζεται ησυχία για να ξεμυτίσει. Θα πεις δύο φορές το πρόσταγμα ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ και τότε θα βγει!”

Η Φωτεινή ένοιωσε έξαψη. Περιέργεια και ανυπομονησία. Πλήρωσε βιαστικά με το εικοσάλεπτό της, περίμενε να τυλίξει η εμπόρισσα το μπουκαλάκι της σε πακέτο και το πήρε στα χέρια της προσεκτικά. Έπρεπε να βρει ένα ήσυχο μέρος για να γνωρίσει το ξωτικό της.

Θυμήθηκε την ηρεμία που είχε το πάρκο πίσω από την εκκλησία της γειτονιάς της και σκέφτηκε να δοκιμάσει εκεί. Χώθηκε ανάμεσα από δύο θαμνάκια, ξετύλιξε το καινούργιο της απόκτημα και φώναξε:

“ ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ, ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ”

Δεν έγινε τίποτα!

“ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ, ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ”

Και πάλι τίποτα. “Δεν μπορεί!”

Άντε πάλι

“ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ, ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ”

Ησυχία, ανυπομονησία και αδιαφορία . “Λες να πιάστηκα κορόϊδο; Γιατί δεν λειτουργεί;” Κοίταξε πάλι μέσα στο χαρτομάνι του αμπαλάζ μήπως υπήρχε σημείωμα οδηγιών χρήσης, αλλά τίποτα.

“Κρίμα! Τα πέταξα τα λεφτά μου!”

Λες και θα της έφευγε η στενοχώρια την ξέσπασε πάνω στο γυάλινο μπουκαλάκι και γκλουπ το παραπέταξε με ορμή πάνω στον κορμό του πιο κοντινού της δέντρου. Κι αυτό σείστηκε και τρεμούλιασε. Η πυκνή του φυλλωσιά θρόϊσε κάπως περίεργα και ανάμεσα στα κλαδιά του αναδεύτηκε μια σιλουέτα φίνα, μικρή, σχεδόν άϋλη. Είχε μαύρα μαλλιά σγουρά και πυκνά να πετάνε προς όλες τις κατευθύνσεις. Το σώμα της ήταν σχεδόν διάφανο, μακρύ και λεπτό και αντί για πόδια κατέληγε σε μία ουρά στενεμένη και εξαερωμένη.

Η Φωτεινή όπως είχε τα μάτια της βουρκωμένα δεν την κατάλαβε, μονάχα άκουσε τη φωνή της:

“ Μικρό κοριτσάκι γιατί μου κλαις; και γιατί χτύπησες το δέντρο μου με τόση μανία; Ποιά είσαι και πως σε λένε;”

Η μικρούλα σάστισε. Τα μάτια της τρεμοπαίξανε πολλές φορές για να καθαρίσουν το βούρκωμα που την εμπόδιζε να βλέπει και τότε την είδε. Δεν τρόμαξε όμως γιατί ήτανε θαρραλέα!

“ Με λένε Φωτεινή και συγγνώμη που χτύπησα το δέντρο σου. Δεν ήθελα να ενοχλήσω. Είναι το σπιτικό σου;”

“ Ναι, βρίσκεσαι στο κατώφλι μου. Είμαι η Μελία, το ξωτικό του δέντρου!”

“ Δεν μπορεί! Μέσα στο μπουκαλάκι μου θάπρεπε να είναι το ξωτικό! Έτσι μου είπαν”

“Αυτό αποκλείεται. Οι κάτοικοι των μπουκαλιών λέγονται τζίνια. Τα ξωτικά πλανιώνται στα δάση! Δεν έχεις σωστή πληροφόρηση!”

“ Και τώρα, πως θάχω το δικό μου ξωτικό να με υπηρετεί;”

Η Μελία γλίστρησε κοντά της σαν φύσημα του άνεμου και της ψιθύρισε στ’ αυτί:

“ Εμείς οι Νύμφες των δασών υπηρετούμε τα δάση και τα λιβάδια. Σαν βρέχει έχουμε χαρά που τρέφονται τα δέντρα και σαν αυτά φυλλορροούν καθόμαστε και κλαίμε. Αλλά μη σκας μικρό κορίτσι! Θέλω πολύ να δω χαρά στα μάτια σου και πάλι γι αυτό πες μου τι θάθελες; Τον ήλιο; Το φεγγάρι;”

“ Ωωωω! Μα πως μπορείς πράγματα τόσο φοβερά να κάνεις για χατίρι μου; Θα ήθελα τρεις μέρες μοναχά τον Ήλιο να μου δώσεις, και άλλες τρεις νύχτες σκοτεινές να κλέψω το Φεγγάρι!”

Η Μελία την τύλιξε στην άχνα της. Της ζήτησε να κάτσει μέχρι αυτή να βολευτεί να πιάσει τη δουλειά της. Ένωσε τις παλάμες της αντικριστά πάνω απ’ την κεφαλή της κι αρχίνισε σιγά σιγά ν’ανοίγει την αγκαλιά της. Όσο τα χέρια της απομακρύνονταν το ένα απ’ τ’ άλλο, αναμετάξυ τους ξεπρόβαλλε τεράστια αερόμπαλα. Κάτι σαν σαπουνόφουσκα. Γυαλιστερή και φίνα. Η νύμφη την ελευθέρωσε να πετάξει ψηλά στον γαλάζιο ουρανό και ξανάρχισε να φτιάχνει δεύτερη και τρίτη. Κι αυτές ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν στον ήλιο.

Στο δρόμο άλλη σκόνταφτε και άλλη στριμωχνόταν. Άλλη παράτρεχε ψηλά και άλλη προσγειωνόταν. Όμως η πιο μεγάλη από αυτές που ανέβαινε αργά με χάρη κι αρχοντιά κατάφερε τον Ήλιο να πλησιάσει και τον έκλεισε στο διάφανο κλουβί της! Εκείνος έπαθε την πλάκα του. Πού να το περιμένει; Έκανε νάβγει από δω. Προσπάθησε πιο πέρα. Μα η μεγάλη αερόμπαλα έπλεε στον αέρα και χάρη δεν του έκανε. Η νύμφη από κάτω της πέταξε σκοινί μακρύ να πιάσει να το δέσει και έδωσε την άκρια του την άλλη προς τη γη στη μικρή Φωτεινή.

%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%bf%ce%bc

“Ορίστε, πιάσαμε τον Ήλιο σου! Και τώρα τί θα κάνεις;”

“ Θα κάνω βόλτα όλη τη γη, τη θάλασσα και τους αγρούς, τις λίμνες, τα ποτάμια!” είπε η Φωτεινή όλο χαρά και τράβηξε να φύγει κρατώντας στο χεράκι της σφιχτά τον καυτερό τον Ήλιο.

“ Μα μη ξεχάσεις πως μετά την τρίτη την ημέρα θα πρέπει πίσω εδώ ξανά σε μένα να γυρίσεις, αλλιώς φεγγάρι δεν μπορώ να σου διαθέσω” της φώναξε η Μελία.

Το μικρό κορίτσι έκανε το καλύτερο ταξίδι της ζωής του. Ο Ήλιος ξημέρωνε την κάθε μέρα σε χώρες μακρυνές, παράξενες και μαγικές. Γνώρισαν ανθρώπους με άλλες συνήθειες που μίλαγαν γλώσσες γλωσσοδέτες, είδανε σπίτια σε όλα τα σχήματα από τούβλο, γυαλί, ξύλο, πλαστικό, συνθετικό. Οι δρόμοι αλλού σχημάτιζαν γέφυρες, αλλού έμπαιναν σε σπηλιές και τούνελ, ακόμα και κάτω απο τη θάλασσα. Και πόση ήτανε οι ποικιλία στις φορεσιές! Τις εκκλησίες. Άλλα φαγιά, άλλα παιχνίδια. Τη μια στιγμή βρισκόντουσαν σε χιόνια και παγόβουνα, την άλλη σε γεμάτες παραλίες.

Έτσι περάσανε τρια ολόκληρα μερόνυχτα. Και ήτανε τόσο μαγικά που η Φωτεινούλα ξέχασε να γυρίσει.

ΤΙ ΛΕΤΕ ΝΑ ΕΓΙΝΕ ΜΕΤΑ;

Advertisements

About Αθηνά Αλεξοπούλου Παππά

Φιλόλογος, ζωγράφος, αγιογράφος
This entry was posted in παραμύθια. Bookmark the permalink.

σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s