Το παγκάκι 

Αλλη μιά βραδιά πλανεύτρα αγόρι μου κι ένα γιασεμί – αν θες.
Στα κάνω δυό!

Ξημεροβραδιασμένες οι ανάσες των δέντρων στο κήπο μας,
να φυλάνε τ’ αγαπημένο παγκάκι
στην άκρια της μάντρας,
μην το πρωί με το φως
αλλάξει γνώμη και φύγει.

Και τότε, πώς θα βλεπόμαστε
χωρίς φύλακες-δέντρα,
χωρίς το μικρό ξεχασμένο παγκάκι
γι’ αγάπη;

Advertisements
Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Γκρεμοί και ρέματα

καταρράχτης

 

Επίμονο νερό.

Είναι χουφτωμένο από πέτρινα πλοκάμια.

Δικό τους.

Απελπιστικά δικό τους

και κρύο.

Οσο τα γδέρνει,

κοχλάζει από πόνο.

Οσο τα μαλακώνει,

διαλύεται.

Από τον ουρανό χαμηλώνει στο χώμα.

Από τα πουλιά, στα σκουλήκια.

Ο χρόνος κατεβάζει τα ρέμματα

πιο άγρια.

σαν το μαχαίρι

όταν φλουδάει το πορτοκάλι.

 

Μπερδεμένες σταλαματιές

ζωγραφίζουν.

Για μιά μέρα.

Γιά ένα πέρασμα.

Για το ξεραμένο φύλλο, που έπεσε

πάνω στη μυρμηγκοφωλιά.

Κάτω από των δέντρων τα πειράγματα

φωληά ερωτευμένων

κουβαριάζεται στα πολύχρωμα.

 

Η δροσούλα χαράζει το μάγουλο

σε ημισφαίρια.

Δε μπορεί κανείς να τα μετρήσει.

Λείπει ο πρώτος αριθμός.

Λείπει η φωνή.

Ενα χαμόγελο συγκατάβασης.

Οι σκιές άλλάζουνε ρόλους

-υποκριτές αρχαίας τραγωδίας.

Βαρέθηκαν τη ρουτίνα του ίδιου.

Του αναλοίωτου

 

Δε φάνηκε ούτ’  ένας δασοφύλακας.

Κι όμως, έγινε κατολίσθηση!

Οι πέτρες αλλάξανε τα σπίτια της κοιλάδας,

να φαίνονται διώροφα,

για να μη πλήττει ο ήλιος.

Βρέθηκε ένα φτερό περιστεριού

μέρα, καταμεσήμερο.

Το πήρανε οι αγέρηδες για πέννα,

να γράψουνε τις λεπτομέρειες

στην ιστορία των ανθρώπων

 

Πάνω στη πέτρα

ξεχάστηκε το σακκουλάκι με τ’ αμύγδαλα

τα ξεπλυμμένα απ’ τη βροχή

του φθινοπωριάτικου σύννεφου.

 

Κι ήταν όλα ήσυχα.

Τόσο ήσυχα,

που τα χελιδόνια τρελλάθηκαν.

Εικονικές ζωές της φύσης ακίνητες.

Παγομένες να προσδοκούν.

Περιμένουν, περίμεναν…

Δεν είχε σημασία τι.

Δεν είχε σημασία πότε.

Αρκεί που θαρχόταν!

Ετσι, μόνο για να δουν

την άφιξή του.

Μόνο για μιά ανάσα παραπάνω,

όπως οι γιόγκι του Θιβέτ

τροφοδοτούν τη μοναξιά τους:

μιά εισπνοή…

μιά εκπνοή…

κάθε δεκαέξι δευτερόλεπτα.

Ξεθωριασμένοι απ’ την τριβή τους

με την επιθυμιά.

 

 

Τι γεμάτες, τι αλόγιστες

αυτές οι προσμονές!

Πίσω από τον θάμνο με τα κούμαρα,

πάνω σε σάπιους

απ’ το ξέραμα κορμούς!

Κι ήταν όλα ήσυχα,

τόσο ήσυχα,

που τα χελιδόνια τρελλάθηκαν.

Αν ήταν περισσότεροι οι ήλιοι

ή σβύναν σ’ ένα βράδυ όλα τ άστρα

ίσως δεν πείραζε τον κόσμο.

Δεν τα σχεδίασαν.

Δεν τα φαντάστηκαν.

Δεν τα πεθύμησαν.

Φύλλα, νερά, αρωματίσματα από χώμα,

ακουαρέλλες του Θεού για τον Άνθρωπο

Posted in προσωπική ποίηση | Σχολιάστε

700 Θεσπιείς

Όταν περνούν τα παλληκάρια στ’ αγώγια και τις άσκησες

με τα χαλκιά ‘ρματα ζωσμένοι,

μία κουβέντα να την πουν, στεγνή,

χωρίς πλουτίσματα, αναμετάξυ τους,

προτού τους φάνε οι Ούρμιοι

στης μάχης της ανάγγελτης τα μερικά στενά,

σπάζουν οι πόρτες των κλουβιών σε στάδια και μαντρότοιχους.

Αν τύχαινε να έχουν τότες γνώριμο,

πως είν’ ένα κλουβί από σίδερα και ουρανό,

ανάγναντά τους θάτανε κλουβιά ολοένα.

Κι όπως το θήραμα, μεσής σταχογεμάτων κάμπων

φευγάτο, με μάτια τρομάρας πλημμύρα

και ρίγη στη ραχοκοκκαλιά

μυρίζεται απάντημα μ’ οχτρό στυγνό του,

μιλούν για του Πέρση τη δύναμη.

Βαθίσκιωτα πεύκα, στα πέλαγα φτιάχτε

σχεδίες και ξάρτια, να φτάσουμ απέναντι.

Είναι γλυκό τ’ αγέρι όταν φυσάει,

όταν οι άνθρωποι κοιμούνται δίχως έγνοιες

γι’ αντάρα και πόλεμο.

Να μετράς τις πλίνθους αράδα

στα καφεκίτρινα τοιχώματα των οχυρών ξωπίσω,

καθώς το πέσιμο της πέτρας στο χώμα

σηκώνει τα πετούμενα μιλιούνια

από το ξάφνιασμα προς τους αιθέρες.

Ήτανε να πούμε, να μιλήσουμε,

να φωνάξουμε τραγούδια, άντρες Θεσπιείς!

Ήτανε να φροντίσουμε τα ζώα

και τη σπορά και τις φαμίλιες.

Στον τόπο ετούτο, που άφησε στα χέρια μας

γλυκόλαλα η διονυσιακή παρέα των Μαινάδων

βορά στων θεών την οργή.

Ω ! Χώρα χαμένη και δύστυχη,

κοντοθαρούσες περάσματα στενά και ύπουλα.

Κι αυτές οι καινούργιες οσμές,

τόσο ξένες, φτηνές, τρομερές,

τόσο αγαπημένες του Ξέρξη,

όσο εκείνες, που βγάζουν γουρούνια

μέσα σε στάνη προβάτων της Φθίας!

Δείτε πλοκάμι π’ απλώνει ο θρασύδειλος!

Κι είναι πιο ‘κει το κρεβάτι,

το δόρυ, κλαδιά μιάς εληάς, τα παιδιά μας

με κορμιά που γυαλίζουν στη μέρα ζωές κι αρετές.

Είναι να πείτε, να μιλήσετε,

να φωνάξετε τραγούδια, άντρες Θεσπιείς!

Άλλος ακούει, αυτός αποκρίνεται…

Μιας πισογύρισμα δεν πρέπει στα ποδάρια,

ούτε τα νώτα να τα δουν

βαρβαρόσκιαχτα μάτια μεσημεριάτικα,

νομίζουν πως τους πρέπει να μείνουν.

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις και νεύματα,

Ήρεμα. Σαν τις γουστέρες του αγρού.

Θα πολεμήσουν

μ’έναν προφήτη κουτσό στο πλευρό

και κάποιον στρατάρχη

‘κει πιο μπροστά, να οδηγεί εφτακόσιους.

Δεύτερη ανάσα πιο κάτω ιαχές και χαμός 

απ’τους άντρες του βασιληά της Σπάρτης,

τους άντρες των εφόρων της Σπάρτης,

τους άντρες των μαννάδων της Σπάρτης,

τους Στρατιώτες.

Μισοί από δαύτους στη δύναμη του πλήθους,

πίσω από τους λόφους, στις Πύλες,

κοντά μαζεμένοι στον ίδιο σκοπό.

Τα μαγνάδια του φόβου σφίξαν αλύπητα

και κράξαν φωνές,

να σκεπάσουν στα φυλλοκάρδια τους χτύπους.

Μέρες πολλές η λαχτάρα για πίσω

πείσμωνε τ’ άρματα να ξερνάνε φωτιά.

Της Λακεδαίμονας οι γόνοι από χρέος

κι αυτοί της Θεσπηίδας

μονάχα απ΄ αγάπη και στέρεη τιμιότητα.

Κροταλίζουν ακόμα της εστίας οι φλόγες,

 χυτό κρασί αυλακώνει τις πλάκες

μετά τις σπονδές.

Κι οι τελευταίοι των αυλίτριδων ήχοι

λίγο από κιθάρα, λίγο από αυλό δασόπνοο,

κοντοστέκονται στων βουνών τις κρυψώνες

μη και χάσουν το συμπόσιο της νίκης.

Posted in προσωπική ποίηση, λογοτεχνία | Σχολιάστε

Πάει

Χάδι μου ξεχασμένο πως σε ξεγέλασαν; 

Όση ομορφιά καμάρωναν στην θωριά σου,

Την  ξέφτισαν. Όση αρχοντιά, την γυρίσαν ποδόμακτρο. Τους κοιτάω στα ίσια να ζητήσουν συγγνώμη, μα το κεφάλι εχει κατέβει στα σκέλια και η καρδιά έχασε τις αισθήσεις. Δεν θα σωθείς. Δεν θα ελπίσω. Αυτό που χάθηκε περαστικό ήταν και πάει…

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Παραμύθια 

           Έχοντας πρόθεση να κάνουμε ένα έργο για τα παιδιά ακολουθούμε κάποια κριτήρια. Μπορεί να είναι τα χαρούμενα χρώματα ή ένα διδακτικό περιεχόμενο, μία ιστορία αισιόδοξη, πλάσματα και κόσμοι της φαντασίας  ή θέματα που αφορούν την καθημερινότητά τους . Τέτοιου τύπου κριτήρια έχουν διαμορφωθεί από εμάς τους ενήλικες για τα παιδιά και δεν είναι των παιδιών. 
Μέσα από μια προτρεπτική κίνηση των Ελλήνων και Ξένων Δημιουργών προς την καλλιτεχνική κοινότητα,  μου δόθηκε  η ευκαιρία  να προσφέρω ένα μου ζωγραφικό έργο με τίτλο «Παραμύθια»  σε μια αισθητική αναβάθμιση των χώρων του Χατζηπατερείου Ιδρύματος αλλάζοντας έτσι όχι μόνο  την όψη του περιβάλλοντος των παιδιών, αλλά περισσότερο την ίδια τους την διάθεση. 

Προσπάθησα να κάνω κάτι που θα τα φέρει σε επαφή ταυτόχρονα με τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Ν΄ανακαλύψουν τρόπους ερμηνείας ενός ζωγραφικού έργου και παράλληλα να  εξοικειωθούν ευχάριστα με ένα λογοτεχνικό κείμενο, όχι μόνο σαν θεατές ή ακροατές, αλλά και σαν εν δυνάμει δημιουργοί. Ο καλύτερος τρόπος που βρίσκω γι αυτό είναι τα  παιδικά παραμύθια. Ένα  είδος εξοικειωμένο τόσο με την λογοτεχνία του φανταστικού,όσο και  με την παιδικότητα,  αλλά και την εικόνα. Ένα κόσμο απόκοσμο και ταυτόχρονα καθόλου αποξενωμένο από τον φυσικό δικό μας.

Οι ζωγραφικές πινελιές συνοδεύονται από λόγο γραπτό, λογοτεχνικό. Τρία διαφορετικής έκτασης προσαρτόμενα παραμύθια βασισμένα εν μέρει στα στοιχεία του πίνακα και εν μέρει σε μία μη καταγεγραμμένη εξελισσόμενη φαντασία.

Ο πίνακας γίνεται, κατά κάποιο τρόπο, “διαδραστικός”, ώστε το παιδί – θεατής να “χαζολογήσει”  μπροστά του και ταυτόχρονα να προκληθεί για το ένα βήμα πιο πέρα.  Στο άκουσμα του πεζού λόγου το κάθε  χρώμα του καμβά αποκτά  αποχρώσεις και ο θεατής  από τ’απέναντι περνά στην άλλη  πλευρά για να γίνει «δημιουργός». 
Το “Γιγάντιο παραμύθι” (βλ κατωτέρω)  είναι αυτοτελές και ερμηνεύει στοιχεία του ζωγραφικού έργου, ενώ αγγίζει και θεωρήσεις της διαφορετικότητας, της συμπεριφοράς και των προκαταλήψεων. Τα προσαρτόμενα άλλα δύο παραμύθια (ακολουθούν ) ξεκινούν με μία πλοκή και προκαλούν τα παιδιά σε δική τους λογοτεχνική ή και ζωγραφική παρέμβαση συνέχειας.
Τα κείμενα προσαρμοσμένα στον πίνακα με την βοήθεια πολύχρωμων ελατηρίων,  επεκτείνουν τα ζωγραφικά στοιχεία εκτός.


 

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Η Ομπρελούπολη

%ce%bf%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ξύπνησε ξημερώματα, έκανε την τουαλέτα του, άρπαξε ένα ψωμοτύρι για πρωινό του ποδαριού και βγήκε στον δρόμο.

Είχε υποσχεθεί στον θείο του, που έμενε πέντε στενά παρακάτω, να τον βοηθήσει να τελειώσει μια μεγάλη δουλειά που είχε αναλάβει, ώστε η πολιτεία να είναι έτοιμη να γιορτάσει την μεγάλη Γιορτή του Παπιγιόν.

Μη με ρωτήσετε τί είναι αυτή η Γιορτή του Παπιγιόν. Δεν ξέρω. Ίσως ούτε και το Παπιγιόν να ξέρει. Σημασία έχει ότι ήτανε μία γιορτή και ότι όλα θα έπρεπε να ήταν έτοιμα στην ώρα τους.

Ο θείος του Πολύχρωμου Χαρταετού Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ήτανε κεραμιδάς και του ανέθεσαν να βάψει τα κεραμίδια στα σπίτια της κεντρικής λεωφόρου απ’ όπου θα περνούσε η Παρέλαση.

Για να γίνει αυτό θάπρεπε να δουλεύουν ένα μήνα και τρεις μέρες χωρίς σταματημό. Να ξεκινάνε χαράματα και να τελειώνουν το σούρουπο. Η δουλειά ήτανε τόσο μονότονη, όσο οι χτύποι ενός ρολογιού, αλλά η φήμη τους σαν επίσημοι κεραμιδομάστορες του Δήμου θα ξεπερνούσε την μικρή περιοχή τους και θα γίνονταν παντού περιζήτητοι.

Γι αυτό και ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι και ο θείος του ένα μήνα τώρα έτρεχαν να προλάβουν την προθεσμία και δούλευαν μονορούφι. Δεν έβλεπαν μάνα. Δεν έβλεπαν πατέρα. Δεν έβλεπαν φίλους. Παρά μόνο δούλευαν,δούλευαν, δούλευαν.

Σήμερα έπρεπε να εφοδιαστούν και πάλι υλικά. Καινούργια πινέλα. Κουβάδες με κόκκινη μπογιά. Η ξύλινη σκάλα ξεχαρβαλώθηκε και αποφάσισαν να πάρουν καινούργια από αλουμίνιο. Χασομέρι μεγάλο, αλλά απαραίτητο.

“ Πήγαινε, ανηψιέ, εσύ να συνεχίσεις και θα φέρω εγώ τα υλικά” είπε ο θείος.

Έτσι ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι βρέθηκε να βάφει για μία ακόμα φορά τα κεραμίδια στο εκατοστό εικοστό δεύτερο σπίτι της λεωφόρου.

Καμμιά φορά για να πάρει ανάσα έκανε σύντομη διακοπή. Σκούπιζε τον ιδρώτα του και αγνάντευε από τα ψηλά. Είναι γνωστό ότι κάθε χαρταετός που σέβεται τον εαυτό του απολαμβάνει να βρίσκεται πάνω από τη γη και όσο μακριά της γίνεται.

“Εγώ δεν κάνω για κεραμιδάς. Εγώ έπρεπε να πετάω μέσα στα σύννεφα” μονολόγησε.

“ Τι το θες ν’ανακατεύεσαι στα ποδάρια μας;” ακούστηκε από πάνω να του ξηγιέται ένα μολυβί συννεφάκι. “ Κάτσε να χρωματίσεις τα κεραμίδια και άσε τον ουρανό για την πάρτη μας!”

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι εκνευρίστηκε. “Τι θράσος έχει αυτή η μπαμπακερή…κουτσουλιά! Κάποιος πρέπει να της πάρει τον αέρα! Της χρειάζεται ένα μάθημα”

Χωρίς να βγάλει λέξη αρπάζει τη λιγοστή μπογιά που τούχε απομείνει και κάνει ότι σκοντάφτει. Με πονηριά και θράσος πετάει τον κουβά της κατάφατσα στο σύννεφο που από γκρι έγινε κοκκινί!

Χαμός πάνω απ’ τις στέγες! Τα πουλιά ξεκαρδισμένα στα γέλια, οι κεραμιδόγατες να τρέχουν αλαφιασμένες, η συννεφιά να διαλύεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ένιωσε ικανοποιημένος που έδωσε ένα μάθημα στο υπερφίαλο σύνεφο και κατέβηκε να ανοίξει την πόρτα στον θείο του που μόλις επέστρεψε με τα καινούργια υλικά.

Την επόμενη μέρα τράβηξε πάλι σιγοτραγουδώντας για την δουλειά. Έβαλε την καινούργια του σκάλα από αλουμίνιο και σκαρφάλωσε στην στέγη του εκατοστού εικοστού τρίτου σπιτιού της λεωφόρου. Και τι να δει! Το μολυβί συννεφάκι είχε μπαστακωθεί πάνω από την φρεσκοβαμμένη σκεπή του εκατοστού εικοστού δεύτερου σπιτιού και έριχνε την βροχή με το τουλούμι!

“Εϊ,έϊ, παλαβέ, τι κάνεις εκεί; Μόλις το βάψαμε και συ το καταστρέφεις; Εϊ δεν ακούς; Εσένα μιλάω, μουχλιασμένε λεκέ!”

Το σύννεφο σφύριζε αδιάφορα κι έκανε την ζημιά του. Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι κόντεψε να πάθει καρδιακό! Τσακίστηκε γρήγορα στις σκάλες και χτύπησε το κουδούνι στον διαχειριστή της πολυκατοικίας.

“Παρακαλώ, παρακαλώ,μία ομπρέλα αν έχετε γιατί γίνεται ζημιά!”

“Πολύ ευχαρίστως, περιμένετε να πάω να σας φέρω…”

“Γρήγορα, γρήγορα, είναι πολύ επείγον!”

“ Μη κάνετε έτσι…Ορίστε. Πάρτε αυτήν. Είναι αυτόματη. Πατάτε το κουμπί!”

“ Ευχαριστώ. Θα σας την επιστρέψω”

Κουτρουβαλιάστηκε για άλλη μια φορά στις σκάλες να φτάσει στην κεραμιδιά. Άνοιξε την ομπρέλλα και την στέριωσε στην σκεπή. Ουφφφ…

Το σύννεφο κρυφογέλασε και πήγε να κοιμηθεί.

Σαν έφτασε η μεθεπόμενη μέρα και ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι πήγε να βάψει τα κεραμίδια του εκατοστού εικοστού τέταρτου σπιτιού, νάσου και πάλι το μολυβί συννεφάκι στη δίπλα σκεπή να ρίχνει βροχή καρεκλοπόδαρα.

“Αμάν! Δεν είναι δυνατόν! Πάει το χρώμα! Όλο θα ξεπλυθεί! Πρέπει να τρέξω να βρω ομπρέλα…”

Κουτρουβαλιάστηκε για άλλη μια φορά στις σκάλες να βρει ομπρέλα να σώσει ό,τι μπορεί.

Βρήκε τον θυρωρό και του δάνεισε μία. Πάλι ανέβηκε στα ψηλά και τη στερέωσε πάνω απ τα κεραμίδια. Το μολυβί συννεφάκι κρυφογέλασε κι έφυγε τραγουδώντας.

Όπως περνάγαν οι μέρες, η μία μετά την άλλη, η ιστορία γινόταν ξανά και ξανά. Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ερχόταν στην δουλειά με καμμιά δεκαριά ομπρέλες παραμάσχαλα. Πάνω απ΄τις στέγες γέμισε ο ουρανός ομπρέλες!

Οι περαστικοί χαζεύαν και τράβαγαν αναμνηστικές φωτογραφίες. Τα ταξιδιωτικά πρακτορεία άρχισαν να οργανώνουν ειδικές εκδρομές στην Ομπρελούπολη , όπως την έλεγαν πια και μια μέρα ήρθε και η Τηλεόραση για να κάνει ντοκιμαντερ……………

(ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΑΝΤΕΨΕΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ;)

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Α μπε μπα μπλομ

Ήτανε κάποτε μία μικρούλα που την φωνάζαν Φωτεινή, γιατί ήταν πάντα γελαστή, με βλέμμα λαμπερό και δεκάδες τσαχπίνικες φακίδες στα διάφανα μάγουλά της. Στην γειτονιά την αγαπούσανε γιατί είχε ψυχούλα μάλαμα κι ας ήταν ζωηρή κι ατίθαση. Της άρεσε το πρωί να παίρνει των οματιών της και να γυρνά σε δρόμους και δρομάκια και να χαζεύει το κάθε τι που γίνονταν τριγύρω. Λάτρευε να χαζολογά στην υπαίθρια αγορά της Πέμπτης, όταν τα μαγαζάκια της δημοσιάς άπλωναν την πραμάτια τους, σαν γιατί πρέπει να λιαστεί. Ξύλινοι πάγκοι, τάβλες, σιδηροτράπεζα, σκαμνιά και χαρτόκουτα, ό,τι πρόχειρο μπορούσε να βρεθεί, γινόταν πάγκος, να στιβαχτούν μικροί, μεγάλοι θησαυροί. Το πιο πολύ που άρεσε στην Φωτεινή ήταν ότι μπορούσε ν’ απλώσει το χέρι και να τ΄ αγγίξει όλα αυτά. Να τα χαϊδέψει, να τα σηκώσει στον ήλιο ψηλά μισοκλείνοντας τα μάτια για παιχνιδίσματα με το φως. Είχε αδυναμία στα πράγματα τα παλιά, από σπίτια που κλείσαν ή γκρέμισαν, άλλα πολύτιμα και άλλα του πεταμού. Όταν σκάλιζε τις πραμάτειες και έψαχνε στα απο κάτω, τα πλακωμένα,τα κρυμμένα, αυτά που δεν ξεχώριζαν στο πάνω του σωρού, ήτανε το καλύτερο! Τότε νόμιζε πως ψάρευε θησαυρούς. Όχι γιατί στ’αλήθεια ήταν,αλλά επειδή έμοιαζαν με θαμμένα, που περιμένουν τον τυχερό να τα ανακαλύψει.

Έτσι, εκείνη την Πέμπτη μια σειρά από παλιά μπουκαλάκια κολώνιας σε διάφορα σχήματα τράβηξαν την προσοχή της. Έμοιαζαν πολύ ταιριαστά μεταξύ τους με τα χρώματά τους να είναι απαλά, γαλάζια,ροζέ,μωβιά και άσπρα γαλακτερά. Η Φωτεινή κοκκάλωσε μπροστά τους.Δεν ήθελε με τίποτα να πάει πιο πέρα. Φανταζόταν με τι θα μπορούσε να τα γεμίσει. Με χάντρες, χρυσόσκονη, γυαλιστερές κλωστές, σποράκια, βώλους, κουμπιά και τόσα άλλα!

“ Σ’αρέσουν;” τη ρώτησε η εμπόρισσα όταν κατάλαβε την κρυφή της λαχτάρα.

“ Μ’ αρέσουν.Μ’αρέσουν πολύ,κυρία!”

“ Με 5 ευρώ τα παίρνεις όλα.”

“ Δεν έχω πάνω μου παρά 20 λεπτά!” είπε η Φωτεινή με στενάχωρο χαμόγελο

“ 20 λεπτά! Ω! Εχω κάτι πολύ ιδιαίτερο με 20 λεπτά, να σου δώσω!” απάντησε αναπάντεχα η κυρά. Η μικρούλα ξαφνιάστηκε.

“ Έχετε στ’αλήθεια; Μα τι μπορεί να είναι αυτό;”

“ Στάσου μια αναπνοή και ξανάρχομαι”

Εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα σε ένα μαγαζάκι-τρύπα δίπλα απο τον πάγκο της. Δεν πέρασε ένα λεπτό και ξαναφάνηκε κρατώντας στο χέρι ένα ακόμα μπουκαλάκι από γυαλί πρασινωπό και ρόδινα πετράδια για στόλισμα.

“ Ω! Τι ωραίο αυτό το μπουκαλάκι!Πιο όμορφο απ΄τ΄΄αλλα! Και μόνο 20 λεπτά;”

Η εμπόρισσα έσκυψε πιο κοντά της και μίλησε με φωνή συνωμοτική:

“ Τόσο μπορείς να το πάρεις! Είναι το μπουκαλάκι με το ξωτικό. Κανείς δεν το θέλει, γιατί το φοβούνται! Εσύ δεν πιστεύω να το φοβάσαι, έτσι δεν είναι;”

“ Ξωτικό; Τι ξωτικό; Πού είναι; Πως θα το δω;”

“ Όχι εδώ! Όχι τώρα! Χρειάζεται ησυχία για να ξεμυτίσει. Θα πεις δύο φορές το πρόσταγμα ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ και τότε θα βγει!”

Η Φωτεινή ένοιωσε έξαψη. Περιέργεια και ανυπομονησία. Πλήρωσε βιαστικά με το εικοσάλεπτό της, περίμενε να τυλίξει η εμπόρισσα το μπουκαλάκι της σε πακέτο και το πήρε στα χέρια της προσεκτικά. Έπρεπε να βρει ένα ήσυχο μέρος για να γνωρίσει το ξωτικό της.

Θυμήθηκε την ηρεμία που είχε το πάρκο πίσω από την εκκλησία της γειτονιάς της και σκέφτηκε να δοκιμάσει εκεί. Χώθηκε ανάμεσα από δύο θαμνάκια, ξετύλιξε το καινούργιο της απόκτημα και φώναξε:

“ ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ, ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ”

Δεν έγινε τίποτα!

“ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ, ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ”

Και πάλι τίποτα. “Δεν μπορεί!”

Άντε πάλι

“ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ, ΕΛΑ ΜΙΡΕΛΛΑ”

Ησυχία, ανυπομονησία και αδιαφορία . “Λες να πιάστηκα κορόϊδο; Γιατί δεν λειτουργεί;” Κοίταξε πάλι μέσα στο χαρτομάνι του αμπαλάζ μήπως υπήρχε σημείωμα οδηγιών χρήσης, αλλά τίποτα.

“Κρίμα! Τα πέταξα τα λεφτά μου!”

Λες και θα της έφευγε η στενοχώρια την ξέσπασε πάνω στο γυάλινο μπουκαλάκι και γκλουπ το παραπέταξε με ορμή πάνω στον κορμό του πιο κοντινού της δέντρου. Κι αυτό σείστηκε και τρεμούλιασε. Η πυκνή του φυλλωσιά θρόϊσε κάπως περίεργα και ανάμεσα στα κλαδιά του αναδεύτηκε μια σιλουέτα φίνα, μικρή, σχεδόν άϋλη. Είχε μαύρα μαλλιά σγουρά και πυκνά να πετάνε προς όλες τις κατευθύνσεις. Το σώμα της ήταν σχεδόν διάφανο, μακρύ και λεπτό και αντί για πόδια κατέληγε σε μία ουρά στενεμένη και εξαερωμένη.

Η Φωτεινή όπως είχε τα μάτια της βουρκωμένα δεν την κατάλαβε, μονάχα άκουσε τη φωνή της:

“ Μικρό κοριτσάκι γιατί μου κλαις; και γιατί χτύπησες το δέντρο μου με τόση μανία; Ποιά είσαι και πως σε λένε;”

Η μικρούλα σάστισε. Τα μάτια της τρεμοπαίξανε πολλές φορές για να καθαρίσουν το βούρκωμα που την εμπόδιζε να βλέπει και τότε την είδε. Δεν τρόμαξε όμως γιατί ήτανε θαρραλέα!

“ Με λένε Φωτεινή και συγγνώμη που χτύπησα το δέντρο σου. Δεν ήθελα να ενοχλήσω. Είναι το σπιτικό σου;”

“ Ναι, βρίσκεσαι στο κατώφλι μου. Είμαι η Μελία, το ξωτικό του δέντρου!”

“ Δεν μπορεί! Μέσα στο μπουκαλάκι μου θάπρεπε να είναι το ξωτικό! Έτσι μου είπαν”

“Αυτό αποκλείεται. Οι κάτοικοι των μπουκαλιών λέγονται τζίνια. Τα ξωτικά πλανιώνται στα δάση! Δεν έχεις σωστή πληροφόρηση!”

“ Και τώρα, πως θάχω το δικό μου ξωτικό να με υπηρετεί;”

Η Μελία γλίστρησε κοντά της σαν φύσημα του άνεμου και της ψιθύρισε στ’ αυτί:

“ Εμείς οι Νύμφες των δασών υπηρετούμε τα δάση και τα λιβάδια. Σαν βρέχει έχουμε χαρά που τρέφονται τα δέντρα και σαν αυτά φυλλορροούν καθόμαστε και κλαίμε. Αλλά μη σκας μικρό κορίτσι! Θέλω πολύ να δω χαρά στα μάτια σου και πάλι γι αυτό πες μου τι θάθελες; Τον ήλιο; Το φεγγάρι;”

“ Ωωωω! Μα πως μπορείς πράγματα τόσο φοβερά να κάνεις για χατίρι μου; Θα ήθελα τρεις μέρες μοναχά τον Ήλιο να μου δώσεις, και άλλες τρεις νύχτες σκοτεινές να κλέψω το Φεγγάρι!”

Η Μελία την τύλιξε στην άχνα της. Της ζήτησε να κάτσει μέχρι αυτή να βολευτεί να πιάσει τη δουλειά της. Ένωσε τις παλάμες της αντικριστά πάνω απ’ την κεφαλή της κι αρχίνισε σιγά σιγά ν’ανοίγει την αγκαλιά της. Όσο τα χέρια της απομακρύνονταν το ένα απ’ τ’ άλλο, αναμετάξυ τους ξεπρόβαλλε τεράστια αερόμπαλα. Κάτι σαν σαπουνόφουσκα. Γυαλιστερή και φίνα. Η νύμφη την ελευθέρωσε να πετάξει ψηλά στον γαλάζιο ουρανό και ξανάρχισε να φτιάχνει δεύτερη και τρίτη. Κι αυτές ανέβαιναν ψηλά και χάνονταν στον ήλιο.

Στο δρόμο άλλη σκόνταφτε και άλλη στριμωχνόταν. Άλλη παράτρεχε ψηλά και άλλη προσγειωνόταν. Όμως η πιο μεγάλη από αυτές που ανέβαινε αργά με χάρη κι αρχοντιά κατάφερε τον Ήλιο να πλησιάσει και τον έκλεισε στο διάφανο κλουβί της! Εκείνος έπαθε την πλάκα του. Πού να το περιμένει; Έκανε νάβγει από δω. Προσπάθησε πιο πέρα. Μα η μεγάλη αερόμπαλα έπλεε στον αέρα και χάρη δεν του έκανε. Η νύμφη από κάτω της πέταξε σκοινί μακρύ να πιάσει να το δέσει και έδωσε την άκρια του την άλλη προς τη γη στη μικρή Φωτεινή.

%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%bf%ce%bc

“Ορίστε, πιάσαμε τον Ήλιο σου! Και τώρα τί θα κάνεις;”

“ Θα κάνω βόλτα όλη τη γη, τη θάλασσα και τους αγρούς, τις λίμνες, τα ποτάμια!” είπε η Φωτεινή όλο χαρά και τράβηξε να φύγει κρατώντας στο χεράκι της σφιχτά τον καυτερό τον Ήλιο.

“ Μα μη ξεχάσεις πως μετά την τρίτη την ημέρα θα πρέπει πίσω εδώ ξανά σε μένα να γυρίσεις, αλλιώς φεγγάρι δεν μπορώ να σου διαθέσω” της φώναξε η Μελία.

Το μικρό κορίτσι έκανε το καλύτερο ταξίδι της ζωής του. Ο Ήλιος ξημέρωνε την κάθε μέρα σε χώρες μακρυνές, παράξενες και μαγικές. Γνώρισαν ανθρώπους με άλλες συνήθειες που μίλαγαν γλώσσες γλωσσοδέτες, είδανε σπίτια σε όλα τα σχήματα από τούβλο, γυαλί, ξύλο, πλαστικό, συνθετικό. Οι δρόμοι αλλού σχημάτιζαν γέφυρες, αλλού έμπαιναν σε σπηλιές και τούνελ, ακόμα και κάτω απο τη θάλασσα. Και πόση ήτανε οι ποικιλία στις φορεσιές! Τις εκκλησίες. Άλλα φαγιά, άλλα παιχνίδια. Τη μια στιγμή βρισκόντουσαν σε χιόνια και παγόβουνα, την άλλη σε γεμάτες παραλίες.

Έτσι περάσανε τρια ολόκληρα μερόνυχτα. Και ήτανε τόσο μαγικά που η Φωτεινούλα ξέχασε να γυρίσει.

ΤΙ ΛΕΤΕ ΝΑ ΕΓΙΝΕ ΜΕΤΑ;

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε