Ξεριζωμός

 

IMG_20180123_154924.jpg

 

Μέσα στη λάσπη παραμονεύει και σέρνεται κι αγγομαχά.

Μες στα χαλάσματα. Ό,τι πολύτιμο έχασα

μέσα σε δυό των ματιών μου βλεφαρίσματα.

Η χειμωνιά γοργοπόδαρη και κρύα.

Πλανιέμαι άμοιρη, δίχως ανάσα. Μικρή ψυχή.

Αδίστακτη. Προκλητικά ικέτης.

Κοντομεσίς του δρόμου βρίσκω συναπαντήματα.

Ζωές πολύχρωμες, που χάσαν το χρώμα τους,

σαν το αίμα να στράγγισε από φόβο και πάγο.

Μαζί ψαχνόμαστε. Ονειρευόμαστε.

Σαν πέσει ο κουρνιαχτός. Σαν κοιμηθούν τα μωρά.

Σαν ξεθυμάνει η λάτρα στα ρούχα, στην κουζίνα,

ανάμεσα σε δειλι και σε χάραμα,

γίνονται οι ελπίδες κουβεντόλογα, ρημάζουν και χάνονται.

Με βλέμμα θολό, να χαρακιάζει το μέτωπο

σκάβω λαγούμια να βρω την ζωή μου και τρέμω.

Κι αυτή με χλευάζει τη μιά, την άλλη μ΄ ορέγεται

κι απανωτά ξεγλυστρά σαν γουστέρα στα χόρτα.

Advertisements
Posted in προσωπική ποίηση | Σχολιάστε

Το παγκάκι 

Αλλη μιά βραδιά πλανεύτρα αγόρι μου κι ένα γιασεμί – αν θες.
Στα κάνω δυό!

Ξημεροβραδιασμένες οι ανάσες των δέντρων στο κήπο μας,
να φυλάνε τ’ αγαπημένο παγκάκι
στην άκρια της μάντρας,
μην το πρωί με το φως
αλλάξει γνώμη και φύγει.

Και τότε, πώς θα βλεπόμαστε
χωρίς φύλακες-δέντρα,
χωρίς το μικρό ξεχασμένο παγκάκι
γι’ αγάπη;

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Γκρεμοί και ρέματα

καταρράχτης

 

Επίμονο νερό.

Είναι χουφτωμένο από πέτρινα πλοκάμια.

Δικό τους.

Απελπιστικά δικό τους

και κρύο.

Οσο τα γδέρνει,

κοχλάζει από πόνο.

Οσο τα μαλακώνει,

διαλύεται.

Από τον ουρανό χαμηλώνει στο χώμα.

Από τα πουλιά, στα σκουλήκια.

Ο χρόνος κατεβάζει τα ρέμματα

πιο άγρια.

σαν το μαχαίρι

όταν φλουδάει το πορτοκάλι.

 

Μπερδεμένες σταλαματιές

ζωγραφίζουν.

Για μιά μέρα.

Γιά ένα πέρασμα.

Για το ξεραμένο φύλλο, που έπεσε

πάνω στη μυρμηγκοφωλιά.

Κάτω από των δέντρων τα πειράγματα

φωληά ερωτευμένων

κουβαριάζεται στα πολύχρωμα.

 

Η δροσούλα χαράζει το μάγουλο

σε ημισφαίρια.

Δε μπορεί κανείς να τα μετρήσει.

Λείπει ο πρώτος αριθμός.

Λείπει η φωνή.

Ενα χαμόγελο συγκατάβασης.

Οι σκιές άλλάζουνε ρόλους

-υποκριτές αρχαίας τραγωδίας.

Βαρέθηκαν τη ρουτίνα του ίδιου.

Του αναλοίωτου

 

Δε φάνηκε ούτ’  ένας δασοφύλακας.

Κι όμως, έγινε κατολίσθηση!

Οι πέτρες αλλάξανε τα σπίτια της κοιλάδας,

να φαίνονται διώροφα,

για να μη πλήττει ο ήλιος.

Βρέθηκε ένα φτερό περιστεριού

μέρα, καταμεσήμερο.

Το πήρανε οι αγέρηδες για πέννα,

να γράψουνε τις λεπτομέρειες

στην ιστορία των ανθρώπων

 

Πάνω στη πέτρα

ξεχάστηκε το σακκουλάκι με τ’ αμύγδαλα

τα ξεπλυμμένα απ’ τη βροχή

του φθινοπωριάτικου σύννεφου.

 

Κι ήταν όλα ήσυχα.

Τόσο ήσυχα,

που τα χελιδόνια τρελλάθηκαν.

Εικονικές ζωές της φύσης ακίνητες.

Παγομένες να προσδοκούν.

Περιμένουν, περίμεναν…

Δεν είχε σημασία τι.

Δεν είχε σημασία πότε.

Αρκεί που θαρχόταν!

Ετσι, μόνο για να δουν

την άφιξή του.

Μόνο για μιά ανάσα παραπάνω,

όπως οι γιόγκι του Θιβέτ

τροφοδοτούν τη μοναξιά τους:

μιά εισπνοή…

μιά εκπνοή…

κάθε δεκαέξι δευτερόλεπτα.

Ξεθωριασμένοι απ’ την τριβή τους

με την επιθυμιά.

 

 

Τι γεμάτες, τι αλόγιστες

αυτές οι προσμονές!

Πίσω από τον θάμνο με τα κούμαρα,

πάνω σε σάπιους

απ’ το ξέραμα κορμούς!

Κι ήταν όλα ήσυχα,

τόσο ήσυχα,

που τα χελιδόνια τρελλάθηκαν.

Αν ήταν περισσότεροι οι ήλιοι

ή σβύναν σ’ ένα βράδυ όλα τ άστρα

ίσως δεν πείραζε τον κόσμο.

Δεν τα σχεδίασαν.

Δεν τα φαντάστηκαν.

Δεν τα πεθύμησαν.

Φύλλα, νερά, αρωματίσματα από χώμα,

ακουαρέλλες του Θεού για τον Άνθρωπο

Posted in προσωπική ποίηση | Σχολιάστε

700 Θεσπιείς

Όταν περνούν τα παλληκάρια στ’ αγώγια και τις άσκησες

με τα χαλκιά ‘ρματα ζωσμένοι,

μία κουβέντα να την πουν, στεγνή,

χωρίς πλουτίσματα, αναμετάξυ τους,

προτού τους φάνε οι Ούρμιοι

στης μάχης της ανάγγελτης τα μερικά στενά,

σπάζουν οι πόρτες των κλουβιών σε στάδια και μαντρότοιχους.

Αν τύχαινε να έχουν τότες γνώριμο,

πως είν’ ένα κλουβί από σίδερα και ουρανό,

ανάγναντά τους θάτανε κλουβιά ολοένα.

Κι όπως το θήραμα, μεσής σταχογεμάτων κάμπων

φευγάτο, με μάτια τρομάρας πλημμύρα

και ρίγη στη ραχοκοκκαλιά

μυρίζεται απάντημα μ’ οχτρό στυγνό του,

μιλούν για του Πέρση τη δύναμη.

Βαθίσκιωτα πεύκα, στα πέλαγα φτιάχτε

σχεδίες και ξάρτια, να φτάσουμ απέναντι.

Είναι γλυκό τ’ αγέρι όταν φυσάει,

όταν οι άνθρωποι κοιμούνται δίχως έγνοιες

γι’ αντάρα και πόλεμο.

Να μετράς τις πλίνθους αράδα

στα καφεκίτρινα τοιχώματα των οχυρών ξωπίσω,

καθώς το πέσιμο της πέτρας στο χώμα

σηκώνει τα πετούμενα μιλιούνια

από το ξάφνιασμα προς τους αιθέρες.

Ήτανε να πούμε, να μιλήσουμε,

να φωνάξουμε τραγούδια, άντρες Θεσπιείς!

Ήτανε να φροντίσουμε τα ζώα

και τη σπορά και τις φαμίλιες.

Στον τόπο ετούτο, που άφησε στα χέρια μας

γλυκόλαλα η διονυσιακή παρέα των Μαινάδων

βορά στων θεών την οργή.

Ω ! Χώρα χαμένη και δύστυχη,

κοντοθαρούσες περάσματα στενά και ύπουλα.

Κι αυτές οι καινούργιες οσμές,

τόσο ξένες, φτηνές, τρομερές,

τόσο αγαπημένες του Ξέρξη,

όσο εκείνες, που βγάζουν γουρούνια

μέσα σε στάνη προβάτων της Φθίας!

Δείτε πλοκάμι π’ απλώνει ο θρασύδειλος!

Κι είναι πιο ‘κει το κρεβάτι,

το δόρυ, κλαδιά μιάς εληάς, τα παιδιά μας

με κορμιά που γυαλίζουν στη μέρα ζωές κι αρετές.

Είναι να πείτε, να μιλήσετε,

να φωνάξετε τραγούδια, άντρες Θεσπιείς!

Άλλος ακούει, αυτός αποκρίνεται…

Μιας πισογύρισμα δεν πρέπει στα ποδάρια,

ούτε τα νώτα να τα δουν

βαρβαρόσκιαχτα μάτια μεσημεριάτικα,

νομίζουν πως τους πρέπει να μείνουν.

Χωρίς πομπώδεις εκφράσεις και νεύματα,

Ήρεμα. Σαν τις γουστέρες του αγρού.

Θα πολεμήσουν

μ’έναν προφήτη κουτσό στο πλευρό

και κάποιον στρατάρχη

‘κει πιο μπροστά, να οδηγεί εφτακόσιους.

Δεύτερη ανάσα πιο κάτω ιαχές και χαμός 

απ’τους άντρες του βασιληά της Σπάρτης,

τους άντρες των εφόρων της Σπάρτης,

τους άντρες των μαννάδων της Σπάρτης,

τους Στρατιώτες.

Μισοί από δαύτους στη δύναμη του πλήθους,

πίσω από τους λόφους, στις Πύλες,

κοντά μαζεμένοι στον ίδιο σκοπό.

Τα μαγνάδια του φόβου σφίξαν αλύπητα

και κράξαν φωνές,

να σκεπάσουν στα φυλλοκάρδια τους χτύπους.

Μέρες πολλές η λαχτάρα για πίσω

πείσμωνε τ’ άρματα να ξερνάνε φωτιά.

Της Λακεδαίμονας οι γόνοι από χρέος

κι αυτοί της Θεσπηίδας

μονάχα απ΄ αγάπη και στέρεη τιμιότητα.

Κροταλίζουν ακόμα της εστίας οι φλόγες,

 χυτό κρασί αυλακώνει τις πλάκες

μετά τις σπονδές.

Κι οι τελευταίοι των αυλίτριδων ήχοι

λίγο από κιθάρα, λίγο από αυλό δασόπνοο,

κοντοστέκονται στων βουνών τις κρυψώνες

μη και χάσουν το συμπόσιο της νίκης.

Posted in προσωπική ποίηση, λογοτεχνία | Σχολιάστε

Πάει

Χάδι μου ξεχασμένο πως σε ξεγέλασαν; 

Όση ομορφιά καμάρωναν στην θωριά σου,

Την  ξέφτισαν. Όση αρχοντιά, την γυρίσαν ποδόμακτρο. Τους κοιτάω στα ίσια να ζητήσουν συγγνώμη, μα το κεφάλι εχει κατέβει στα σκέλια και η καρδιά έχασε τις αισθήσεις. Δεν θα σωθείς. Δεν θα ελπίσω. Αυτό που χάθηκε περαστικό ήταν και πάει…

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Παραμύθια 

           Έχοντας πρόθεση να κάνουμε ένα έργο για τα παιδιά ακολουθούμε κάποια κριτήρια. Μπορεί να είναι τα χαρούμενα χρώματα ή ένα διδακτικό περιεχόμενο, μία ιστορία αισιόδοξη, πλάσματα και κόσμοι της φαντασίας  ή θέματα που αφορούν την καθημερινότητά τους . Τέτοιου τύπου κριτήρια έχουν διαμορφωθεί από εμάς τους ενήλικες για τα παιδιά και δεν είναι των παιδιών. 
Μέσα από μια προτρεπτική κίνηση των Ελλήνων και Ξένων Δημιουργών προς την καλλιτεχνική κοινότητα,  μου δόθηκε  η ευκαιρία  να προσφέρω ένα μου ζωγραφικό έργο με τίτλο «Παραμύθια»  σε μια αισθητική αναβάθμιση των χώρων του Χατζηπατερείου Ιδρύματος αλλάζοντας έτσι όχι μόνο  την όψη του περιβάλλοντος των παιδιών, αλλά περισσότερο την ίδια τους την διάθεση. 

Προσπάθησα να κάνω κάτι που θα τα φέρει σε επαφή ταυτόχρονα με τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Ν΄ανακαλύψουν τρόπους ερμηνείας ενός ζωγραφικού έργου και παράλληλα να  εξοικειωθούν ευχάριστα με ένα λογοτεχνικό κείμενο, όχι μόνο σαν θεατές ή ακροατές, αλλά και σαν εν δυνάμει δημιουργοί. Ο καλύτερος τρόπος που βρίσκω γι αυτό είναι τα  παιδικά παραμύθια. Ένα  είδος εξοικειωμένο τόσο με την λογοτεχνία του φανταστικού,όσο και  με την παιδικότητα,  αλλά και την εικόνα. Ένα κόσμο απόκοσμο και ταυτόχρονα καθόλου αποξενωμένο από τον φυσικό δικό μας.

Οι ζωγραφικές πινελιές συνοδεύονται από λόγο γραπτό, λογοτεχνικό. Τρία διαφορετικής έκτασης προσαρτόμενα παραμύθια βασισμένα εν μέρει στα στοιχεία του πίνακα και εν μέρει σε μία μη καταγεγραμμένη εξελισσόμενη φαντασία.

Ο πίνακας γίνεται, κατά κάποιο τρόπο, “διαδραστικός”, ώστε το παιδί – θεατής να “χαζολογήσει”  μπροστά του και ταυτόχρονα να προκληθεί για το ένα βήμα πιο πέρα.  Στο άκουσμα του πεζού λόγου το κάθε  χρώμα του καμβά αποκτά  αποχρώσεις και ο θεατής  από τ’απέναντι περνά στην άλλη  πλευρά για να γίνει «δημιουργός». 
Το “Γιγάντιο παραμύθι” (βλ κατωτέρω)  είναι αυτοτελές και ερμηνεύει στοιχεία του ζωγραφικού έργου, ενώ αγγίζει και θεωρήσεις της διαφορετικότητας, της συμπεριφοράς και των προκαταλήψεων. Τα προσαρτόμενα άλλα δύο παραμύθια (ακολουθούν ) ξεκινούν με μία πλοκή και προκαλούν τα παιδιά σε δική τους λογοτεχνική ή και ζωγραφική παρέμβαση συνέχειας.
Τα κείμενα προσαρμοσμένα στον πίνακα με την βοήθεια πολύχρωμων ελατηρίων,  επεκτείνουν τα ζωγραφικά στοιχεία εκτός.


 

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε

Η Ομπρελούπολη

%ce%bf%ce%bc%cf%80%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ξύπνησε ξημερώματα, έκανε την τουαλέτα του, άρπαξε ένα ψωμοτύρι για πρωινό του ποδαριού και βγήκε στον δρόμο.

Είχε υποσχεθεί στον θείο του, που έμενε πέντε στενά παρακάτω, να τον βοηθήσει να τελειώσει μια μεγάλη δουλειά που είχε αναλάβει, ώστε η πολιτεία να είναι έτοιμη να γιορτάσει την μεγάλη Γιορτή του Παπιγιόν.

Μη με ρωτήσετε τί είναι αυτή η Γιορτή του Παπιγιόν. Δεν ξέρω. Ίσως ούτε και το Παπιγιόν να ξέρει. Σημασία έχει ότι ήτανε μία γιορτή και ότι όλα θα έπρεπε να ήταν έτοιμα στην ώρα τους.

Ο θείος του Πολύχρωμου Χαρταετού Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ήτανε κεραμιδάς και του ανέθεσαν να βάψει τα κεραμίδια στα σπίτια της κεντρικής λεωφόρου απ’ όπου θα περνούσε η Παρέλαση.

Για να γίνει αυτό θάπρεπε να δουλεύουν ένα μήνα και τρεις μέρες χωρίς σταματημό. Να ξεκινάνε χαράματα και να τελειώνουν το σούρουπο. Η δουλειά ήτανε τόσο μονότονη, όσο οι χτύποι ενός ρολογιού, αλλά η φήμη τους σαν επίσημοι κεραμιδομάστορες του Δήμου θα ξεπερνούσε την μικρή περιοχή τους και θα γίνονταν παντού περιζήτητοι.

Γι αυτό και ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι και ο θείος του ένα μήνα τώρα έτρεχαν να προλάβουν την προθεσμία και δούλευαν μονορούφι. Δεν έβλεπαν μάνα. Δεν έβλεπαν πατέρα. Δεν έβλεπαν φίλους. Παρά μόνο δούλευαν,δούλευαν, δούλευαν.

Σήμερα έπρεπε να εφοδιαστούν και πάλι υλικά. Καινούργια πινέλα. Κουβάδες με κόκκινη μπογιά. Η ξύλινη σκάλα ξεχαρβαλώθηκε και αποφάσισαν να πάρουν καινούργια από αλουμίνιο. Χασομέρι μεγάλο, αλλά απαραίτητο.

“ Πήγαινε, ανηψιέ, εσύ να συνεχίσεις και θα φέρω εγώ τα υλικά” είπε ο θείος.

Έτσι ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι βρέθηκε να βάφει για μία ακόμα φορά τα κεραμίδια στο εκατοστό εικοστό δεύτερο σπίτι της λεωφόρου.

Καμμιά φορά για να πάρει ανάσα έκανε σύντομη διακοπή. Σκούπιζε τον ιδρώτα του και αγνάντευε από τα ψηλά. Είναι γνωστό ότι κάθε χαρταετός που σέβεται τον εαυτό του απολαμβάνει να βρίσκεται πάνω από τη γη και όσο μακριά της γίνεται.

“Εγώ δεν κάνω για κεραμιδάς. Εγώ έπρεπε να πετάω μέσα στα σύννεφα” μονολόγησε.

“ Τι το θες ν’ανακατεύεσαι στα ποδάρια μας;” ακούστηκε από πάνω να του ξηγιέται ένα μολυβί συννεφάκι. “ Κάτσε να χρωματίσεις τα κεραμίδια και άσε τον ουρανό για την πάρτη μας!”

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι εκνευρίστηκε. “Τι θράσος έχει αυτή η μπαμπακερή…κουτσουλιά! Κάποιος πρέπει να της πάρει τον αέρα! Της χρειάζεται ένα μάθημα”

Χωρίς να βγάλει λέξη αρπάζει τη λιγοστή μπογιά που τούχε απομείνει και κάνει ότι σκοντάφτει. Με πονηριά και θράσος πετάει τον κουβά της κατάφατσα στο σύννεφο που από γκρι έγινε κοκκινί!

Χαμός πάνω απ’ τις στέγες! Τα πουλιά ξεκαρδισμένα στα γέλια, οι κεραμιδόγατες να τρέχουν αλαφιασμένες, η συννεφιά να διαλύεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ένιωσε ικανοποιημένος που έδωσε ένα μάθημα στο υπερφίαλο σύνεφο και κατέβηκε να ανοίξει την πόρτα στον θείο του που μόλις επέστρεψε με τα καινούργια υλικά.

Την επόμενη μέρα τράβηξε πάλι σιγοτραγουδώντας για την δουλειά. Έβαλε την καινούργια του σκάλα από αλουμίνιο και σκαρφάλωσε στην στέγη του εκατοστού εικοστού τρίτου σπιτιού της λεωφόρου. Και τι να δει! Το μολυβί συννεφάκι είχε μπαστακωθεί πάνω από την φρεσκοβαμμένη σκεπή του εκατοστού εικοστού δεύτερου σπιτιού και έριχνε την βροχή με το τουλούμι!

“Εϊ,έϊ, παλαβέ, τι κάνεις εκεί; Μόλις το βάψαμε και συ το καταστρέφεις; Εϊ δεν ακούς; Εσένα μιλάω, μουχλιασμένε λεκέ!”

Το σύννεφο σφύριζε αδιάφορα κι έκανε την ζημιά του. Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι κόντεψε να πάθει καρδιακό! Τσακίστηκε γρήγορα στις σκάλες και χτύπησε το κουδούνι στον διαχειριστή της πολυκατοικίας.

“Παρακαλώ, παρακαλώ,μία ομπρέλα αν έχετε γιατί γίνεται ζημιά!”

“Πολύ ευχαρίστως, περιμένετε να πάω να σας φέρω…”

“Γρήγορα, γρήγορα, είναι πολύ επείγον!”

“ Μη κάνετε έτσι…Ορίστε. Πάρτε αυτήν. Είναι αυτόματη. Πατάτε το κουμπί!”

“ Ευχαριστώ. Θα σας την επιστρέψω”

Κουτρουβαλιάστηκε για άλλη μια φορά στις σκάλες να φτάσει στην κεραμιδιά. Άνοιξε την ομπρέλλα και την στέριωσε στην σκεπή. Ουφφφ…

Το σύννεφο κρυφογέλασε και πήγε να κοιμηθεί.

Σαν έφτασε η μεθεπόμενη μέρα και ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι πήγε να βάψει τα κεραμίδια του εκατοστού εικοστού τέταρτου σπιτιού, νάσου και πάλι το μολυβί συννεφάκι στη δίπλα σκεπή να ρίχνει βροχή καρεκλοπόδαρα.

“Αμάν! Δεν είναι δυνατόν! Πάει το χρώμα! Όλο θα ξεπλυθεί! Πρέπει να τρέξω να βρω ομπρέλα…”

Κουτρουβαλιάστηκε για άλλη μια φορά στις σκάλες να βρει ομπρέλα να σώσει ό,τι μπορεί.

Βρήκε τον θυρωρό και του δάνεισε μία. Πάλι ανέβηκε στα ψηλά και τη στερέωσε πάνω απ τα κεραμίδια. Το μολυβί συννεφάκι κρυφογέλασε κι έφυγε τραγουδώντας.

Όπως περνάγαν οι μέρες, η μία μετά την άλλη, η ιστορία γινόταν ξανά και ξανά. Ο Πολύχρωμος Χαρταετός Με Τα Κρεμαστά Σκουλαρίκια Και Τη Φούντα Τσουλούφι ερχόταν στην δουλειά με καμμιά δεκαριά ομπρέλες παραμάσχαλα. Πάνω απ΄τις στέγες γέμισε ο ουρανός ομπρέλες!

Οι περαστικοί χαζεύαν και τράβαγαν αναμνηστικές φωτογραφίες. Τα ταξιδιωτικά πρακτορεία άρχισαν να οργανώνουν ειδικές εκδρομές στην Ομπρελούπολη , όπως την έλεγαν πια και μια μέρα ήρθε και η Τηλεόραση για να κάνει ντοκιμαντερ……………

(ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΜΑΝΤΕΨΕΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ;)

Posted in παραμύθια | Σχολιάστε